Συναγερμός στο ΝΑΤΟ: «Ο Πούτιν μπορεί να πραγματοποιήσει περιορισμένα πλήγματα στην Πολωνία για να ελέγξει τις αντοχές της Συμμαχίας»- Τα δυτικά ΜΜΕ ενισχύουν διαρκώς το αφήγημα της σύγκρουσης με τη Ρωσία

Η παρουσία της ρωσικής φρεγάτας Admiral Kasatonov στη Βαλτική Θάλασσα στάθηκε αφορμή για ακόμη ένα κύμα σεναρίων και προειδοποιήσεων από δυτικά μέσα ενημέρωσης και υπηρεσίες ασφαλείας.

Συναγερμός στο ΝΑΤΟ: «Ο Πούτιν μπορεί να πραγματοποιήσει περιορισμένα πλήγματα στην Πολωνία για να ελέγξει τις αντοχές της Συμμαχίας»- Τα δυτικά ΜΜΕ ενισχύουν διαρκώς το αφήγημα της σύγκρουσης με τη Ρωσία

Πρόκειται για ένα από τα πλέον σύγχρονα πλοία του ρωσικού Πολεμικού Ναυτικού, εξοπλισμένο με πυραύλους cruise Kalibr, αλλά και υπερηχητικούς Zircon, οι οποίοι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μπορούν να φέρουν και πυρηνικές κεφαλές.

Το ρωσικό πολεμικό πλοίο εντοπίστηκε την περασμένη εβδομάδα κοντά στο γερμανικό νησί Fehmarn, στα νερά της Βαλτικής. Η παρουσία του, από μια απλή στρατιωτική κίνηση σε διεθνή ύδατα, μετατράπηκε γρήγορα σε αφορμή για την αναπαραγωγή ιδιαίτερα ανησυχητικών σεναρίων.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα δυτικών μέσων, δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Μόσχα θα μπορούσε ακόμη και «εντός εβδομάδων» να επιχειρήσει να «τεστάρει» την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ, πραγματοποιώντας ένα περιορισμένο πλήγμα εναντίον της Πολωνίας ή κάποιας χώρας της Βαλτικής.

Πρόκειται, ωστόσο, για ένα σενάριο που απέχει σημαντικά από τα πραγματικά δεδομένα της ανάπτυξης του ρωσικού πλοίου και περισσότερο παραπέμπει σε μια γνώριμη πλέον λογική κινδυνολογίας, μέσα από την οποία σχεδόν κάθε ρωσική στρατιωτική δραστηριότητα στη Βαλτική παρουσιάζεται ως προάγγελος μιας ευρύτερης σύγκρουσης.

Η ανάπτυξη του Admiral Kasatonov πραγματοποιείται σε διεθνή ύδατα, σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας για τη Ρωσία, καθώς βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με το Καλίνινγκραντ και τους θαλάσσιους διαύλους που συνδέουν τον ρωσικό θύλακα με τη Βαλτική. Η παρουσία του πλοίου εντάσσεται, σύμφωνα με τη ρωσική πλευρά, στο πλαίσιο της προστασίας των ρωσικών συμφερόντων και της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.

Δεν μπορεί, άλλωστε, να αποσυνδεθεί από την ολοένα εντονότερη πίεση που ασκείται από δυτικές χώρες σε πλοία τα οποία συνδέονται με τον λεγόμενο ρωσικό «σκιώδη στόλο», αλλά και από τις απειλές και τις παρενοχλήσεις που καταγγέλλει η Μόσχα σε βάρος εμπορικών πλοίων τα οποία μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο.

Η ρωσική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι προτίθεται να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στη Βαλτική, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα και νόμιμα μέσα. Από αυτή την άποψη, η παρουσία ενός ρωσικού πολεμικού πλοίου σε διεθνή ύδατα δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη προετοιμασίας επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.

Παρά ταύτα, το αφήγημα περί μιας «επικείμενης ρωσικής επίθεσης» στη Συμμαχία κάθε άλλο παρά καινούργιο είναι. Εδώ και μήνες, δυτικές υπηρεσίες, αναλυτές και μέσα ενημέρωσης επαναφέρουν κατά διαστήματα σενάρια περί «περιορισμένης εισβολής», επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές, ενεργειών σαμποτάζ ή ακόμη και μιας υποτιθέμενης «δοκιμής του Άρθρου 5».

Συναγερμός στο ΝΑΤΟ: «Ο Πούτιν μπορεί να πραγματοποιήσει περιορισμένα πλήγματα στην Πολωνία για να ελέγξει τις αντοχές της Συμμαχίας»- Τα δυτικά ΜΜΕ ενισχύουν διαρκώς το αφήγημα της σύγκρουσης με τη Ρωσία

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των σεναρίων είναι ότι συχνά παρουσιάζονται με δραματικούς τίτλους και αυξημένη βεβαιότητα, χωρίς όμως να συνοδεύονται από συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια επιχειρησιακή προετοιμασία για επίθεση κατά χώρας του ΝΑΤΟ.

Η συγκεκριμένη ρητορική, πέρα από τη διάσταση της ασφάλειας, εξυπηρετεί και ευρύτερες πολιτικές και στρατιωτικές επιδιώξεις. Η διαρκής προβολή της «ρωσικής απειλής» τροφοδοτεί την ανησυχία των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δημιουργεί πολιτικό έδαφος για ακόμη μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, ενισχύει τη ζήτηση για νέα οπλικά συστήματα και συντηρεί ένα κλίμα έντασης που καθιστά δυσκολότερη κάθε συζήτηση για αποκλιμάκωση και ειρηνευτική διευθέτηση στην Ουκρανία.

Η αντίθεση στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι στρατιωτικές κινήσεις των δύο πλευρών είναι χαρακτηριστική. Η παρουσία ενός ρωσικού πολεμικού πλοίου κοντά σε ένα γερμανικό νησί, γνωστό κυρίως ως τουριστικός προορισμός, μετατρέπεται εύκολα σε «πρόκληση» και «κλιμάκωση». Την ίδια στιγμή, οι μεγάλης κλίμακας νατοϊκές ασκήσεις, οι συνεχείς πτήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών και η ενίσχυση των στρατιωτικών υποδομών και δυνάμεων στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας περιγράφονται κατά κανόνα ως «αμυντικές» κινήσεις και ως μέρος της «κανονικής» στρατιωτικής δραστηριότητας.

Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση δεν περνά απαρατήρητη. Δημιουργεί μια εικόνα σύμφωνα με την οποία η μία πλευρά εμφανίζεται διαρκώς ως δυνητικός επιτιθέμενος, ενώ η στρατιωτική δραστηριότητα της άλλης θεωρείται σχεδόν εξ ορισμού αποτρεπτική και αμυντική.

Έτσι, ένα πολεμικό πλοίο σε διεθνή ύδατα μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για προβλέψεις περί επικείμενου πλήγματος στην Πολωνία ή στις χώρες της Βαλτικής, ακόμη και όταν δεν παρουσιάζονται στοιχεία που να δείχνουν ότι μια τέτοια επιχείρηση βρίσκεται στα σχέδια της Μόσχας.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι κάνει ένα ρωσικό πλοίο στη Βαλτική, αλλά και πώς ερμηνεύεται η παρουσία του. Διότι όταν κάθε στρατιωτική κίνηση παρουσιάζεται ως πιθανός προάγγελος πολέμου, η «απειλή» παύει να αποτελεί απλώς αντικείμενο αξιολόγησης των υπηρεσιών ασφαλείας και μετατρέπεται σε μόνιμο πολιτικό και επικοινωνιακό εργαλείο.

Και κάπως έτσι, η Βαλτική μετατρέπεται καθημερινά σε σκηνικό ενός νέου σεναρίου κλιμάκωσης, όπου η πραγματική στρατιωτική δραστηριότητα και οι υποθέσεις για τις προθέσεις της Μόσχας συγχέονται ολοένα περισσότερο. Η παρουσία του Admiral Kasatonov γίνεται «μήνυμα», η διέλευσή του «πρόκληση» και η επιχειρησιακή του αποστολή αφορμή για προβλέψεις περί πολέμου.

Η ουσία, ωστόσο, παραμένει διαφορετική: η ύπαρξη στρατιωτικών δυνάμεων στη Βαλτική και η αυξημένη ένταση στην περιοχή δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ότι η Ρωσία σχεδιάζει να επιτεθεί στο ΝΑΤΟ. Αντίθετα, η διαρκής αναπαραγωγή τέτοιων σεναρίων συμβάλλει πρωτίστως στη διατήρηση ενός κλίματος μόνιμης απειλής, μέσα στο οποίο η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση εμφανίζεται ως μονόδρομος.

Και αυτό ακριβώς είναι που αποκαλύπτει η διπλή στάση απέναντι στις στρατιωτικές κινήσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ: ότι πίσω από τις συνεχείς προειδοποιήσεις για μια υποτιθέμενη «ρωσική επίθεση» δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκη μια αντίστοιχα τεκμηριωμένη εκτίμηση επικείμενου πολέμου, αλλά και η ανάγκη διατήρησης ενός αφηγήματος διαρκούς απειλής και συναγερμού.

 

Exit mobile version