Συνεχίζεται το «πόκερ» για την οριοθέτηση ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο: Τι πρότεινε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας στην Αίγυπτο και τα «ισχυρά χαρτιά» που διαθέτει αλλά μπορεί να μην αξιοποιήσει η Ελλάδα

Διεκδικώντας ρόλο εγγυητή στην ενοποίηση της Ανατολικής και της Δυτικής Λιβύης, μετά την προσέγγιση της ανατολικής πλευράς της χώρας με την Άγκυρα, η Τουρκία επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνεχίζεται το «πόκερ» για την οριοθέτηση ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο: Τι πρότεινε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας στην Αίγυπτο και τα «ισχυρά χαρτιά» που διαθέτει αλλά μπορεί να μην αξιοποιήσει η Ελλάδα

Στόχος της είναι να περιορίσει την ελληνική επιρροή και να προσελκύσει την Αίγυπτο σε ένα νέο πλαίσιο συνεννόησης, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τις ισορροπίες γύρω από την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Η τουρκική διπλωματία έχει ήδη ανοίξει τον δίαυλο προς το Κάιρο, επιχειρώντας να αξιοποιήσει τις εξελίξεις στη Λιβύη και να μετατρέψει τις περιφερειακές ανακατατάξεις σε ευκαιρία για την προώθηση των δικών της επιδιώξεων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Αίγυπτος θα μπορούσε να απομακρυνθεί από την Αθήνα και να εξετάσει μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της ΑΟΖ.

Μετά την κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε στην Κωνσταντινούπολη με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο Αιγύπτιος ομόλογός του, Μπαντρ Αμπντελάτι, είχε καταστήσει σαφή τη δυσαρέσκεια του Καΐρου για την κύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου. Όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, διαμαρτυρήθηκε και καταδίκασε απερίφραστα την εξέλιξη. Παρά τη σαφή αυτή τοποθέτηση, ο Φιντάν εμφανίστηκε έτοιμος να συμπεριλάβει την Αίγυπτο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνομιλιών για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών.

«Η Τουρκία, η Ιταλία και η Αίγυπτος μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν ποια είναι τα ζητήματα που προκαλούν ανησυχία στην Αίγυπτο και ποια είναι εκείνα που απασχολούν τη Λιβύη» είπε σχετικά.

Η παρέμβαση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών δεν ήταν, ωστόσο, παρά η αρχή. Ο υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Γιασέρ Γκιουλέρ, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ανοίγοντας ουσιαστικά το μεγάλο διπλωματικό παζάρι με το Κάιρο. Η Άγκυρα επιχείρησε να παρουσιάσει ως σημαντικό οικονομικό και γεωγραφικό όφελος για την Αίγυπτο μια ενδεχόμενη συμφωνία οριοθέτησης με την Τουρκία, αντιπαραβάλλοντάς την με την προοπτική συμφωνίας με την Ελλάδα. Η προσφορά αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια να αποδυναμωθεί η ελληνοαιγυπτιακή συνεννόηση και να δημιουργηθούν νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο.

«Η πρότασή μας προς την Αίγυπτο είναι ξεκάθαρη: Αν η Αίγυπτος συνάψει μια τέτοια συμφωνία με τη χώρα μας, θα κερδίσει περίπου 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιας ζώνης δικαιοδοσίας, παραπάνω σε σύγκριση με οποιαδήποτε ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορούσε να συνάψει με την Ελλάδα» είπε χαρακτηριστικά.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτυπώνει την προσπάθεια της Άγκυρας να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των νομικών και γεωγραφικών παραμέτρων της οριοθέτησης στο πεδίο των ανταλλαγμάτων. Η τουρκική πλευρά προβάλλει μια μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση ως κίνητρο για την Αίγυπτο, επιδιώκοντας να την πείσει ότι μια συμφωνία με την Τουρκία θα μπορούσε να αποφέρει περισσότερα οφέλη. Το κατά πόσο, όμως, το Κάιρο θα θεωρήσει αυτή την πρόταση συμφέρουσα δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των τετραγωνικών χιλιομέτρων που επικαλείται η Άγκυρα, αλλά και από το ευρύτερο πλέγμα των στρατηγικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων της Αιγύπτου.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι επαφές του πρωθυπουργού της αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, Αμπντουλχαμίντ Ντιμπέιμπα, με τον επικεφαλής των αιγυπτιακών μυστικών υπηρεσιών. Ο Λίβυος πρωθυπουργός εμφανίστηκε επίσης διατεθειμένος να συζητήσει τις ανησυχίες της Αιγύπτου, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Άγκυρα επιχειρεί να διευρύνει τους διαύλους επικοινωνίας με το Κάιρο και να διαμορφώσει ευνοϊκότερο περιβάλλον για τις επιδιώξεις της στη Λιβύη.

Το Κάιρο ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα

Η Αίγυπτος διατηρεί στρατηγική σχέση με την Ελλάδα, αλλά και στενούς δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από το 2019 είχε συνταχθεί με τις ελληνικές θέσεις απέναντι στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη είχε στηρίξει τον Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος βρισκόταν απέναντι από την κυβέρνηση της Τρίπολης και τους συμμάχους της.

Στο ίδιο πλαίσιο, Αθήνα και Κάιρο προχώρησαν το 2020 σε μερική οριοθέτηση ΑΟΖ, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. Η συμφωνία κάλυψε τμήμα της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ των δύο χωρών, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, όπου θα μπορούσαν να εξεταστούν μελλοντικά και άλλες διευθετήσεις, μεταξύ αυτών και ενδεχόμενες συνομιλίες με την Τουρκία.

Έκτοτε, ωστόσο, οι συσχετισμοί στη Λιβύη έχουν μεταβληθεί. Η προσέγγιση της πλευράς Χαφτάρ με την Άγκυρα, έπειτα από μια μακρά περίοδο αντιπαράθεσης, δημιούργησε νέα δεδομένα για την Αθήνα και το Κάιρο. Η μετατόπιση αυτή περιόρισε τα περιθώρια στα οποία μπορούσαν να στηρίζονται οι δύο χώρες για την ανάσχεση της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη και ενίσχυσε την ανάγκη για στενότερο συντονισμό μεταξύ τους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Ελλάδα και Αίγυπτος συμφώνησαν να προωθήσουν περαιτέρω τη συνεργασία τους για την επέκταση της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών, χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια των δύο πλευρών να διατηρήσουν ανοιχτό τον δικό τους δίαυλο συνεννόησης και να αποτρέψουν τη δημιουργία τετελεσμένων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντά τους.

Παρά τις κινήσεις αυτές, το Κάιρο δεν διακόπτει τις επαφές με την Άγκυρα. Αντιθέτως, συνεχίζει να διερευνά τα περιθώρια συνεννόησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι έτοιμο να εμπιστευτεί πλήρως την Τουρκία ή να εγκαταλείψει τη στρατηγική του σχέση με την Ελλάδα. Υπάρχουν, άλλωστε, δύο σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν τις επιλογές της αιγυπτιακής ηγεσίας και περιορίζουν τα περιθώρια μιας απότομης μεταστροφής.

Οι δύο παράγοντες που κρατούν την Αίγυπτο κοντά στην Ελλάδα

Ο πρώτος είναι ότι η διαδικασία επαναπροσέγγισης μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι παραμένει σχετικά πρόσφατη, ύστερα από σχεδόν 12 χρόνια αντιπαλότητας. Η σύγκρουση των δύο πλευρών είχε ως βασική αιτία τη στήριξη που παρείχε ο Τούρκος πρόεδρος στους Αδελφούς Μουσουλμάνους, τους οποίους η αιγυπτιακή ηγεσία αντιμετωπίζει ως σοβαρή απειλή για την πολιτική και εσωτερική ασφάλεια της χώρας.

Παρά την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων και τις προσπάθειες εξομάλυνσης, η δυσπιστία δεν εξαφανίζεται αυτομάτως. Και η Λιβύη εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία στα οποία διασταυρώνονται οι διαφορές των δύο χωρών. Για την Αίγυπτο, η οποία μοιράζεται εκτεταμένα χερσαία σύνορα με τη Λιβύη, οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα συνδέονται άμεσα με ζητήματα ασφάλειας, περιφερειακής επιρροής και ελέγχου των συνόρων της.

Ο δεύτερος παράγοντας, με ιδιαίτερη οικονομική και πολιτική βαρύτητα, είναι η σχέση της Αιγύπτου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή χρηματοδοτική στήριξη προς το Κάιρο ανέρχεται σε 7,4 δισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2024-2027, στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης των δύο πλευρών. Η συνεργασία αυτή δεν περιορίζεται στην οικονομία, αλλά επεκτείνεται στη σταθερότητα, στην ενεργειακή συνεργασία και στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Και σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα έχει τη δική της βαρύτητα. Ως κράτος-μέλος της ΕΕ και άμεσα ενδιαφερόμενη χώρα για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής προσέγγισης απέναντι στην Αίγυπτο. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί σημαντικό διπλωματικό εργαλείο για την Αθήνα, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές αποφάσεις εξαρτώνται αποκλειστικά από τις ελληνικές θέσεις.

Μέρος της ευρωπαϊκής στήριξης συνδέεται, άλλωστε, με τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Η Αίγυπτος αποτελεί κρίσιμο εταίρο για τον περιορισμό των παράτυπων μεταναστευτικών ροών από την Αφρική προς την Ευρώπη, όπως κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει και η Λιβύη. Για την Αθήνα και τις Βρυξέλλες, επομένως, η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και η ύπαρξη ανοιχτών διαύλων συνεργασίας με το Κάιρο δεν αποτελούν απλώς διπλωματική επιλογή, αλλά ζήτημα ευρύτερης στρατηγικής σημασίας.

Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι, συνεπώς, ένα από τα σημαντικά χαρτιά που διαθέτει η Ελλάδα στην προσπάθειά της να διατηρήσει ισχυρή τη στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο. Η Αθήνα μπορεί να αξιοποιήσει τη θέση της εντός της ΕΕ, ενισχύοντας τη συνεργασία με το Κάιρο σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος και υπενθυμίζοντας ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο προϋποθέτει συνεννόηση και σεβασμό των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.

Η τουρκική πλευρά, πάντως, γνωρίζει καλά τη σημασία αυτού του παράγοντα. Ο Χακάν Φιντάν, αναφερόμενος στη στάση της Αθήνας, είπε χαρακτηριστικά ότι «καταλαβαίνω τι επιδιώκει η Ελλάδα στην ΕΕ». Η δήλωση αυτή αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει η Άγκυρα στον ευρωπαϊκό παράγοντα, αλλά και την προσπάθειά της να περιορίσει τα περιθώρια διπλωματικής αξιοποίησής του από την ελληνική πλευρά.

Συνεχίζεται το «πόκερ» για την οριοθέτηση ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο: Τι πρότεινε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας στην Αίγυπτο και τα «ισχυρά χαρτιά» που διαθέτει αλλά μπορεί να μην αξιοποιήσει η Ελλάδα

Οι ΗΠΑ και το ενεργειακό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο

Την ίδια ώρα, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την πολιτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών σε κάθε επιμέρους ζήτημα που αφορά τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ουάσιγκτον επιλέγει δημόσια να διατηρεί ισορροπίες στις ελληνοτουρκικές διαφορές, ενώ παράλληλα προωθεί τη δική της στρατηγική για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της περιοχής.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται και με τα συμφέροντα μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε διαφορετικές χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι Chevron και ExxonMobil έχουν αναπτύξει ή επιδιώξει δραστηριότητες στον τομέα των ερευνών και των υδρογονανθράκων, με συμφωνίες και συνεργασίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, την Ελλάδα, τη Λιβύη και την Τουρκία. Η παρουσία τους υπογραμμίζει ότι το ενεργειακό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικών και γεωπολιτικών επιδιώξεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, οι οποίες προκάλεσαν συζητήσεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Ουάσιγκτον τις μακροχρόνιες διαφωνίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε ότι οι δύο χώρες διαφωνούν εδώ και πάρα πολύ καιρό, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «γελοίο».

«Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να ευθυγραμμιστούν και να πουν: “Ωραία, θα έχουμε δύο ενεργειακούς διαδρόμους και θα βοηθάμε ο ένας τον άλλον» πρόσθεσε.

Οι δηλώσεις αυτές παραπέμπουν σε μια προσέγγιση που δίνει προτεραιότητα στην περιφερειακή ενεργειακή συνεργασία και στη δημιουργία διαδρομών μεταφοράς ενέργειας. Για την Ελλάδα, ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η οικονομική συνεργασία και η ενεργειακή διασύνδεση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη επίλυσης των διαφορών στη βάση του διεθνούς δικαίου. Η επιδίωξη συνεννόησης δεν εξαλείφει τις διαφορετικές θέσεις των δύο χωρών ούτε απαντά αυτομάτως στα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων και οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών.

Η επόμενη ημέρα: Το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου και οι έρευνες νότια της Κρήτης

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο στο διπλωματικό πεδίο όσο και επί του πεδίου. Οι εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου και τις ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης ενδέχεται να δοκιμάσουν στην πράξη τις ισορροπίες που διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, το οποίο έχει βρεθεί αντιμέτωπο με καθυστερήσεις και εντάσεις, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο. Η πορεία της πόντισης του καλωδίου, καθώς και η χάραξη της διαδρομής του, συνδέονται με μια θαλάσσια περιοχή στην οποία η Τουρκία προβάλλει τις διεκδικήσεις της βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου. Πρόκειται για ένα ζήτημα που υπερβαίνει την τεχνική διάσταση του έργου και αγγίζει τον πυρήνα των διαφορών για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες.

Παράλληλα, οι σχεδιαζόμενες σεισμικές έρευνες της Chevron στα θαλάσσια οικόπεδα νότια της Κρήτης αποτελούν ακόμη ένα πεδίο στο οποίο θα αποτυπωθούν οι προθέσεις και οι αντοχές των εμπλεκόμενων πλευρών. Η εξέλιξη των ερευνών, η προώθηση των ενεργειακών σχεδιασμών και η αντίδραση της Τουρκίας θα επηρεάσουν το ευρύτερο κλίμα στην περιοχή.

↑
Exit mobile version