Τουρκία: «Ο Τραμπ μας χρησιμοποιεί!- Ενισχύει στρατιωτικά την Ελλάδα και παράλληλα θέλει να μας στρέψει εναντίον του Ιράν!»- Η αντιπολιτευτική εφημερίδα Cumhuriyet στηλιτεύει την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν

Την αμερικανική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, με αιχμή τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Αθήνα και την Άγκυρα, θέτει στο στόχαστρό του ο αρθρογράφος της αντιπολιτευόμενης τουρκικής εφημερίδας Cumhuriyet, Αχμέτ Σουχά Ουμάρ.

Τουρκία: «Ο Τραμπ μας χρησιμοποιεί!- Ενισχύει στρατιωτικά την Ελλάδα και παράλληλα θέλει να μας στρέψει εναντίον του Ιράν!»- Η αντιπολιτευτική εφημερίδα Cumhuriyet στηλιτεύει την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν

Στο άρθρο του, υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν συστηματικά τη στρατιωτική ισχύ της Ελλάδας, ενώ την ίδια στιγμή επιχειρούν να εντάξουν την Τουρκία στους ευρύτερους περιφερειακούς σχεδιασμούς τους, με επίκεντρο την αντιπαράθεση με το Ιράν.

Με τίτλο «Ημερομηνία λήξης», ο Τούρκος αρθρογράφος δεν περιορίζεται στην κριτική της αμερικανικής πολιτικής, αλλά στρέφει τα βέλη του και προς την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Προειδοποιεί ότι οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν τους πολιτικούς ηγέτες ως συνεργάτες με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης: όσο εξυπηρετούν τους στρατηγικούς τους στόχους, παραμένουν χρήσιμοι· όταν, όμως, η χρησιμότητά τους εξαντλείται, μπορούν να βρεθούν εκτός σχεδιασμού, χωρίς εγγυήσεις για τη συνέχιση της υποστήριξης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Ουμάρ συνδέει τρεις εξελίξεις που, κατά την ανάγνωσή του, αποτυπώνουν τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον: την ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, την εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας–ΗΠΑ και τη νέα αμυντική προσέγγιση Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Το βασικό ερώτημα που θέτει είναι κατά πόσο η Άγκυρα κινδυνεύει να εμπλακεί σε σχεδιασμούς που εξυπηρετούν πρωτίστως αμερικανικές επιδιώξεις, την ώρα που η Ουάσιγκτον αναβαθμίζει τον ρόλο της Αθήνας στην περιοχή.

Ο αρθρογράφος επικαλείται τις πρόσφατες συνομιλίες του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στην Αθήνα, καθώς και τις δηλώσεις για τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την εκτίμησή του, η αμερικανική στήριξη προς την ελληνική αμυντική πολιτική έρχεται σε αντίθεση με τις προσδοκίες της Ουάσιγκτον από την Τουρκία, την οποία θεωρεί ότι επιδιώκει να εμπλέξει πιο ενεργά στους περιφερειακούς σχεδιασμούς της.

Η Ελλάδα, τα F-35 και οι αμερικανικές βάσεις στο επίκεντρο

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Ουμάρ στον έκτο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ, ο οποίος επιβεβαιώνει, κατά την ανάγνωσή του, το βάθος της αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών. Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρίσκονται η απόκτηση αμερικανικών μαχητικών F-35 από την Ελλάδα, αλλά και η παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων σε κομβικές εγκαταστάσεις, όπως η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη.

Για τον Τούρκο αρθρογράφο, τα στοιχεία αυτά συνθέτουν την εικόνα μιας Ελλάδας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό. Παράλληλα, παρουσιάζει την ελληνική πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ως παράγοντα που αντιστρατεύεται τα τουρκικά συμφέροντα, αναπαράγοντας τις πάγιες θέσεις της Άγκυρας περί ελληνικής επεκτατικότητας.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει την οπτική του αρθρογράφου και δεν συνιστά απόδειξη ότι η ενίσχυση της Ελλάδας αποσκοπεί στην περικύκλωση ή στην αποδυνάμωση της Τουρκίας. Η Αθήνα, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων ως βασικό σκέλος του αμυντικού της σχεδιασμού, επιδιώκοντας παράλληλα να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα με τους συμμάχους της και να αναβαθμίσει τη θέση της στο περιφερειακό περιβάλλον ασφάλειας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συμφωνία εξοπλισμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία μετέδωσε το Reuters στις 8 Οκτωβρίου, με συνολικό ύψος που μπορεί να φθάσει τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Η συμφωνία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16 και την προμήθεια οπλικών συστημάτων, διευρύνοντας περαιτέρω το εύρος της αμυντικής συνεργασίας Αθήνας–Ουάσιγκτον.

Για την τουρκική ανάλυση, η εξέλιξη αυτή αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η Ελλάδα διατηρεί κεντρική θέση στις αμερικανικές προτεραιότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσο ενισχύεται η Αθήνα, αλλά και πώς η διεύρυνση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας επηρεάζει τις ισορροπίες σε μια περιοχή όπου οι ανταγωνισμοί παραμένουν έντονοι.

«Οι ΗΠΑ θέλουν την Τουρκία απέναντι στο Ιράν»

Το δεύτερο σκέλος της ανάλυσης του Ουμάρ μετατοπίζεται από το Αιγαίο στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Ο αρθρογράφος εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον βλέπει σε αυτή τη συνεργασία μια πιθανή ευκαιρία για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής πίεσης προς το Ιράν, επιδιώκοντας να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική θέση και τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η αμερικανική πλευρά επιθυμεί να εξασφαλίσει ενεργότερη τουρκική συμμετοχή σε κινήσεις κατά των Χούθι στην Υεμένη, οι οποίοι διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Έτσι, η αμυντική συνεργασία της Άγκυρας με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ εντάσσεται, στην ερμηνεία του, σε μια ευρύτερη γεωπολιτική εξίσωση, στην οποία η Τουρκία κινδυνεύει να αναλάβει ρόλο που δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τις δικές της στρατηγικές προτεραιότητες.

Πρόκειται, πάντως, για πολιτική εκτίμηση του αρθρογράφου και όχι για επιβεβαιωμένη περιγραφή συγκεκριμένου αμερικανικού επιχειρησιακού σχεδίου. Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η συνεργασία σε επίπεδο άμυνας, εξοπλισμών και τεχνικής υποστήριξης δεν συνεπάγεται αυτομάτως συμμετοχή σε επιθετικές επιχειρήσεις ή άμεση εμπλοκή σε έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Η Άγκυρα έχει, άλλωστε, αναλάβει δεσμεύσεις αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει αποδεχθεί κάθε πιθανό στρατιωτικό σενάριο. Στις 8 Οκτωβρίου, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, δήλωσε ότι η Τουρκία εξετάζει τρόπους υποστήριξης της σαουδαραβικής άμυνας απέναντι στις επιθέσεις των Χούθι, αποκλείοντας, παράλληλα, επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις και την αποστολή τουρκικών στρατευμάτων για τέτοιου είδους αποστολές.

Η θέση αυτή αναδεικνύει τα όρια ανάμεσα στην αμυντική συνδρομή και την ενεργό στρατιωτική εμπλοκή. Η παροχή εξοπλισμού, τεχνογνωσίας ή άλλης υποστήριξης στη Σαουδική Αραβία δεν ισοδυναμεί με συμμετοχή της Τουρκίας σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Για τον Ουμάρ, ωστόσο, ο κίνδυνος βρίσκεται ακριβώς στη σταδιακή μετατόπιση αυτών των ορίων, εφόσον οι περιφερειακές δεσμεύσεις της Άγκυρας αρχίσουν να συνδέονται στενότερα με τις επιδιώξεις άλλων δυνάμεων.

Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ ενοχλεί την Άγκυρα

Στο στόχαστρο του Τούρκου αρθρογράφου βρίσκεται και η συνεργασία της Ελλάδας με την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ, ένα σχήμα που έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα ενέργειας, ασφάλειας και ανάπτυξης περιφερειακών υποδομών.

Ο Ουμάρ αντιμετωπίζει την τριμερή συνεργασία ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που, κατά την άποψή του, περιορίζει τα περιθώρια της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ενόχληση της Άγκυρας απέναντι σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες δεν είναι καινούργια, καθώς η τουρκική πλευρά έχει επανειλημμένα εκφράσει αντιρρήσεις για ενεργειακά έργα, θαλάσσιες ζώνες και περιφερειακές συμφωνίες στις οποίες δεν συμμετέχει.

Οι αντιρρήσεις αυτές, ωστόσο, αντανακλούν τη θέση της τουρκικής κυβέρνησης και δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ότι οι ελληνικές ή κυπριακές πρωτοβουλίες παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο. Η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει πεδίο σύνθετων διπλωματικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, με τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις αμυντικές συνεργασίες να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Τουρκία: «Ο Τραμπ μας χρησιμοποιεί!- Ενισχύει στρατιωτικά την Ελλάδα και παράλληλα θέλει να μας στρέψει εναντίον του Ιράν!»- Η αντιπολιτευτική εφημερίδα Cumhuriyet στηλιτεύει την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν

Ενδεικτική της αμερικανικής στάσης είναι και η επανάληψη, στις 8 Οκτωβρίου, της υποστήριξης του Μάρκο Ρούμπιο προς το σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Το έργο, που εντάσσεται στην προσπάθεια ενίσχυσης των ενεργειακών διασυνδέσεων στην περιοχή, έχει προκαλέσει έντονες διαφωνίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Για τον Ουμάρ, η αμερικανική στήριξη προς την τριμερή συνεργασία ενισχύει την εικόνα μιας Ουάσιγκτον που επενδύει στη στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας και της Κύπρου, την ίδια ώρα που προσδοκά από την Τουρκία να συμβάλει στην αντιμετώπιση άλλων περιφερειακών απειλών. Η αντίθεση αυτή αποτελεί βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας του και τροφοδοτεί την κριτική του προς την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν.

«Ημερομηνία λήξης»: Το μήνυμα του Ουμάρ προς τον Ερντογάν

Στο καταληκτικό μέρος του άρθρου του, ο αρθρογράφος της Cumhuriyet εγκαταλείπει εν μέρει το πεδίο των εξοπλισμών και των περιφερειακών συμμαχιών, για να εστιάσει στην ίδια τη φύση των διεθνών σχέσεων και στη θέση της Τουρκίας μέσα σε αυτές.

Η κεντρική του θέση είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν διατηρούν απεριόριστα την υποστήριξή τους προς έναν πολιτικό ηγέτη. Όσο εκείνος εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς τους, μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολύτιμος συνομιλητής. Όταν, όμως, οι συνθήκες αλλάξουν ή τα συμφέροντα αποκλίνουν, η πολιτική στήριξη μπορεί να αποσυρθεί, αφήνοντας τον μέχρι πρότινος χρήσιμο εταίρο εκτεθειμένο.

Για να ενισχύσει το επιχείρημά του, ο Ουμάρ επικαλείται την περίπτωση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι και την πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τις σχέσεις του με τον Ντόναλντ Τραμπ. Μέσα από αυτό το παράδειγμα επιχειρεί να καταδείξει ότι η διεθνής υποστήριξη δεν είναι δεδομένη ούτε παρέχεται χωρίς όρους, αλλά εξαρτάται από τη διαρκή σύμπτωση πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων.

Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως έμμεση, αλλά σαφής προειδοποίηση προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος αρθρογράφος αφήνει να εννοηθεί ότι η υπερβολική προσδοκία από την αμερικανική υποστήριξη ή η ανάληψη ρόλων που εξυπηρετούν πρωτίστως ξένες στρατηγικές επιδιώξεις μπορεί να περιορίσει την αυτονομία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή της Άγκυρας στους σχεδιασμούς ισχυρότερων κρατών ενδέχεται να αποδειχθεί επωφελής μόνο όσο εξυπηρετεί και τις δύο πλευρές.

Ο τίτλος «Ημερομηνία λήξης» αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, ευρύτερη πολιτική διάσταση. Δεν αφορά μόνο τη διάρκεια μιας συμμαχίας ή την αντοχή μιας διπλωματικής συμφωνίας, αλλά και τη θέση που καταλαμβάνει ένας ηγέτης στη διεθνή σκακιέρα, όταν οι προτεραιότητες των ισχυρών μεταβάλλονται. Η προειδοποίηση του Ουμάρ είναι ότι καμία σχέση ισχύος δεν πρέπει να θεωρείται μόνιμη και ότι η πολιτική επιβίωση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις διαθέσεις εξωτερικών παραγόντων.

Η ανάλυση της Cumhuriyet αναδεικνύει, τελικά, μια ευρύτερη συζήτηση στο εσωτερικό της Τουρκίας για τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Η Άγκυρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, στις περιφερειακές της επιδιώξεις και στις συνεργασίες που αναπτύσσει με κράτη της Μέσης Ανατολής, την ώρα που η αμερικανική αμυντική συνεργασία με την Ελλάδα διευρύνεται και οι εντάσεις στην περιοχή εξακολουθούν να δοκιμάζουν τις ισορροπίες.

Πίσω από την κριτική του Τούρκου αρθρογράφου διακρίνεται, επομένως, ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η Τουρκία μπορεί να διατηρήσει την ανεξαρτησία των στρατηγικών της επιλογών, χωρίς να μετατραπεί σε εργαλείο ευρύτερων σχεδιασμών που καθορίζονται από άλλους. Και, κυρίως, αν η κυβέρνηση Ερντογάν θα καταφέρει να διασφαλίσει ότι οι διεθνείς συνεργασίες της θα υπηρετούν σταθερά τα δικά της συμφέροντα, αντί να εξαρτώνται από τις μεταβαλλόμενες προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων.

↑
Exit mobile version