Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών για το ενδεχόμενο εκδήλωσης μιας νέας κρίσης δημόσιου χρέους, σύμφωνα με τον Economist.
«Βόμβα» από τον Economist: Έρχεται νέα κρίση χρέους στην Ευρώπη;- Ποιες χώρες απειλούνται από τον «σεισμό» στην αγορά ομολόγων
Το ενδεχόμενο παρέμβασης της ΕΚΤ, οι αυξανόμενες πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς και οι κίνδυνοι για τις κεντρικές τράπεζες επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα ερώτημα που μέχρι πρότινος έμοιαζε μακρινό: πόσο ανθεκτικές είναι τελικά οι ανεπτυγμένες οικονομίες απέναντι σε έναν νέο δημοσιονομικό κλυδωνισμό;
Για δεκαετίες, οι τραπεζίτες συνήθιζαν να υποστηρίζουν ότι τα κράτη, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις, δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν. Η καθησυχαστική αυτή αντίληψη κυριαρχούσε μέχρι τη δεκαετία του 1980, όταν ένα κύμα αθετήσεων πληρωμών από χώρες της Λατινικής Αμερικής ήρθε να ανατρέψει την εικόνα της σχεδόν απεριόριστης κρατικής πιστοληπτικής ικανότητας.
Θα μπορούσε άραγε ένα ανάλογο σοκ να κλονίσει, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, την υπερβολική αυτοπεποίθηση των πλούσιων οικονομιών; Το ερώτημα αυτό θέτει ο Economist, με φόντο τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων και την αυξανόμενη δυσκολία των κυβερνήσεων να διαχειριστούν το κόστος του δανεισμού τους.
Μόλις πριν από πέντε χρόνια, το χρήμα ήταν τόσο φθηνό, ώστε ο δανεισμός για τα κράτη έμοιαζε σχεδόν δωρεάν. Τα χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους με σχετικά περιορισμένη επιβάρυνση, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το δημόσιο χρέος μπορούσε να εξυπηρετείται χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Το σκηνικό, ωστόσο, έχει πλέον αλλάξει δραστικά.
Σήμερα, καθώς οι επενδυτές προχωρούν σε μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων, οι αποδόσεις τους ενισχύονται και το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, αρκετές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες καλούνται να δανειστούν με επιτόκια που βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα από τη δεκαετία του 1990 ή του 2000, ανάλογα με τη χώρα και τη διάρκεια του δανεισμού. Η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί απλώς μια δυσμενή εξέλιξη για τις αγορές: μεταφράζεται σε πραγματική πίεση για τα δημόσια οικονομικά, καθώς ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος του χρέους που έχουν συσσωρεύσει οι πλούσιες οικονομίες. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος τους είναι σήμερα περίπου διπλάσιο σε σύγκριση με τις αρχές του αιώνα. Με άλλα λόγια, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλότερες δανειακές ανάγκες σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος του χρήματος έχει αυξηθεί αισθητά. Ο συνδυασμός αυτός περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών και καθιστά τους κρατικούς προϋπολογισμούς περισσότερο ευάλωτους σε νέες αναταράξεις.
Οι πιέσεις, μάλιστα, είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται προτού εκδηλωθεί το τελευταίο κύμα ρευστοποιήσεων στην αγορά ομολόγων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται ο Economist, οι κυβερνήσεις αναμενόταν να διαθέσουν φέτος το 8% των φορολογικών τους εσόδων για την καθαρή πληρωμή τόκων του δημόσιου χρέους.
«Βόμβα» από τον Economist: Έρχεται νέα κρίση χρέους στην Ευρώπη;- Ποιες χώρες απειλούνται από τον «σεισμό» στην αγορά ομολόγων
Πρόκειται για ένα σημαντικό μερίδιο των κρατικών εσόδων, το οποίο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για άλλες ανάγκες, από τις δημόσιες υπηρεσίες και τις υποδομές μέχρι την κοινωνική πολιτική και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Την ίδια ώρα, οι δημοσιονομικές υποχρεώσεις αυξάνονται από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Η γήρανση του πληθυσμού εντείνει τις ανάγκες για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική προστασία, ενώ η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος και η απειλή πολεμικών συγκρούσεων ενισχύουν τις πιέσεις για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες. Έτσι, οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης του χρέους και στις αυξανόμενες απαιτήσεις για δημόσιες δαπάνες, χωρίς να διαθέτουν πάντοτε τα απαραίτητα δημοσιονομικά περιθώρια.
Στο μεταξύ, η αναχρηματοδότηση των παλαιότερων οφειλών γίνεται ολοένα ακριβότερη. Τα κράτη που είχαν εκδώσει ομόλογα σε περιόδους εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων καλούνται τώρα να αντικαταστήσουν μέρος αυτού του χρέους με νέο δανεισμό, συχνά υπό σαφώς δυσμενέστερους όρους. Η διαδικασία αυτή αυξάνει σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης του συνολικού χρέους, καθώς οι παλαιότερες, φθηνότερες υποχρεώσεις ανανεώνονται με ακριβότερες.
Και ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες διογκώνονται, πολλές κυβερνήσεις εξακολουθούν να δανείζονται χωρίς να έχουν θέσει ουσιαστικά όρια στην αύξηση των υποχρεώσεών τους. Η ευχέρεια αυτή, ωστόσο, δεν είναι ανεξάντλητη. Όσο αυξάνεται το χρέος και επιβαρύνεται η εξυπηρέτησή του, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα οι επενδυτές να επανεξετάσουν την προθυμία τους να χρηματοδοτούν τα κράτη με τους ίδιους όρους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε θα αλλάξει η στάση των αγορών και ποιες οικονομίες θα βρεθούν πρώτες αντιμέτωπες με τις συνέπειες. Γιατί, όσο κι αν οι ανεπτυγμένες χώρες διαθέτουν ισχυρότερους θεσμούς και μεγαλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απρόσβλητες από μια κρίση εμπιστοσύνης.
Κάποια στιγμή, οι επενδυτές θα αντιδράσουν. Και τότε, η αύξηση του κόστους δανεισμού ενδέχεται να πάψει να αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη δημοσιονομική εξέλιξη και να μετατραπεί σε μια ευρύτερη δοκιμασία για τις κυβερνήσεις, τις αγορές ομολόγων και τις κεντρικές τράπεζες.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα