Workmonitor 2026: Ελλάδα της υπερεργασίας και της σιωπηλής αγωνίας – Δεύτερη δουλειά για να «βγει ο μήνας», λιγότερες διεκδικήσεις, 13ωρα στην πράξη και φόβος ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα σβήσει τις θέσεις των νέων

Σε μια περίοδο όπου η συζήτηση για τα εργασιακά κυριαρχεί, τα ευρήματα της διεθνούς έρευνας Workmonitor 2026 της Randstad σκιαγραφούν μια ζοφερή εικόνα για την ελληνική αγορά εργασίας: οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από ποτέ, όμως νιώθουν λιγότερη ασφάλεια, λιγότερη αυτοπεποίθηση και μικρότερη προοπτική.

Δεύτερη δουλειά για την επιβίωση

Πάνω από τους μισούς εργαζόμενους στην Ελλάδα (51%) είτε έχουν ήδη αναλάβει είτε αναζητούν δεύτερη απασχόληση για να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής. Το ποσοστό αυτό έχει εκτοξευθεί σε σχέση με το 2024 (22%) και ξεπερνά αισθητά τον παγκόσμιο μέσο όρο (40%).

Η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική για τους νέους 18-28 ετών: το 60% δηλώνει ότι χρειάζεται συμπληρωματικό εισόδημα, ενώ πολλοί αυξάνουν και τις ώρες στην κύρια εργασία τους. Παρά τη μείωση της ανεργίας των νέων, τα στοιχεία δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των νέων θέσεων αφορά χαμηλόμισθες και επισφαλείς δουλειές – κυρίως σε εμπόριο, εστίαση και τουρισμό – με σχεδόν μία στις δύο νέες προσλήψεις να είναι μερικής απασχόλησης και αποδοχές γύρω στα 400 ευρώ.

Η ανάγκη για δεύτερη δουλειά δεν περιορίζεται στους νέους. Το 50%-51% των ηλικιακών ομάδων 29-60 ετών αναζητά επιπλέον εργασία, ενώ ακόμη και στους άνω των 60 ετών, σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι εργάζονται ή ψάχνουν να εργαστούν ξανά για καθαρά βιοποριστικούς λόγους.

Περισσότερες ώρες, λιγότερη διαπραγμάτευση

Το 41% των εργαζομένων αναφέρει ότι έχει αυξήσει ή σκοπεύει να αυξήσει το ωράριό του στην κύρια δουλειά – ποσοστό διπλάσιο σε σχέση με το 2024. Τα παρατεταμένα ωράρια φαίνεται πως έχουν γίνει καθημερινότητα, πολύ πριν η συζήτηση για το 13ωρο φτάσει στο επίκεντρο της δημόσιας σφαίρας.

Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι στις διεκδικήσεις τους: λιγότερο πρόθυμοι να ζητήσουν αύξηση, να αλλάξουν εργασία λόγω δυσαρέσκειας ή να παραιτηθούν επειδή νιώθουν ότι «δεν ανήκουν» στο εργασιακό τους περιβάλλον. Ακόμη και η ισορροπία προσωπικής και επαγγελματικής ζωής φαίνεται να υποχωρεί, με το 57% να δηλώνει ότι δίνει προτεραιότητα στην προσωπική ζωή – ποσοστό μειωμένο σε σχέση με πέρυσι.

Ρωγμές στην εμπιστοσύνη προς τη διοίκηση

Η έρευνα καταγράφει και πτώση της εμπιστοσύνης προς την ηγεσία των επιχειρήσεων. Μόνο το 63% δηλώνει ότι αισθάνεται πως μπορεί να εμπιστευτεί τη διοίκηση της εταιρείας του, έναντι 72% διεθνώς και 75% στην Ελλάδα το 2025. Η αυξανόμενη οικονομική πίεση και η αίσθηση αβεβαιότητας φαίνεται να τροφοδοτούν καχυποψία και αποστασιοποίηση.

Τεχνητή νοημοσύνη: ευκαιρία ή απειλή;

Η εικόνα είναι σύνθετη και στο πεδίο της τεχνολογίας. Παρότι οι θέσεις που απαιτούν δεξιότητες σε «AI agents» έχουν αυξηθεί ραγδαία, το 15% των εργαζομένων θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα επηρεάσει καθόλου τη δουλειά του.

Στην Ελλάδα, το 26% επιθυμεί να αναπτύξει δεξιότητες γύρω από την AI (έναντι 24% διεθνώς). Οι εργαζόμενοι γραφείου δηλώνουν σε ποσοστό 79% ότι μπορούν να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες, ενώ οι εργαζόμενοι εκτός γραφείου σε ποσοστό 70%. Συνολικά, το 75% των Ελλήνων αισθάνεται τεχνολογικά επαρκές, ποσοστό υψηλότερο από τον διεθνή μέσο όρο.

Ωστόσο, οι μισοί υπάλληλοι γραφείου (50%) εκτιμούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ωφελήσει περισσότερο τις επιχειρήσεις παρά τους ίδιους.

Ανησυχία για τις θέσεις εισαγωγικού επιπέδου

Το 42% των εργαζομένων φοβάται ότι μέσα στην επόμενη πενταετία θα χαθούν θέσεις «entry level» λόγω της αυτοματοποίησης. Παράλληλα, το 30% των εργοδοτών δηλώνει ότι σκοπεύει να περιορίσει τις προσλήψεις αποφοίτων πανεπιστημίου το επόμενο 12μηνο εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης.

Οι πιο ανήσυχοι είναι οι εργαζόμενοι της γενιάς Ζ: μόλις το 33% αισθάνεται ότι η εργασιακή του ασφάλεια βελτιώθηκε τον τελευταίο χρόνο, ενώ σχεδόν επτά στους δέκα βλέπουν στασιμότητα ή επιδείνωση.


Το συνολικό μήνυμα του Workmonitor 2026 για την Ελλάδα είναι σαφές: περισσότεροι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερες ώρες, συχνά σε δύο δουλειές, με λιγότερη διάθεση να διεκδικήσουν και με αυξανόμενη ανησυχία για το μέλλον. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και τεχνολογικών ανακατατάξεων, η ελπίδα μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για επιβίωση.

Exit mobile version