Άφησαν απ’ έξω την Ελλάδα από εξοπλιστικό πρόγραμμα κατασκευής βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς 6 από τις σημαντικότερες Ευρωπαϊκές χώρες – Γιατί δεν αντέδρασε η Ελληνική Κυβέρνηση;

Σε μια πρωτοβουλία που ανατρέπει τις ισορροπίες και επανακαθορίζει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, οι Υπουργοί Άμυνας της Γαλλία, της Γερμανία, της Ιταλία, της Πολωνία, της Σουηδία και της Ηνωμένο Βασίλειο ένωσαν τις υπογραφές τους σε μια κοινή επιστολή προθέσεων, δρομολογώντας το φιλόδοξο πρόγραμμα ELSA (European Long-range Stand-off Armament). Πρόκειται για μια συμμαχία ισχύος που φιλοδοξεί να χαρίσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο δικά της, ανεξάρτητα μέσα στρατηγικής κρούσης μεγάλου βεληνεκούς.

Τι πρεσβεύει το ELSA

Το πρόγραμμα ELSA, που τέθηκε σε τροχιά το 2024, δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα εξοπλιστικό εγχείρημα. Αντιθέτως, συνιστά μια στοχευμένη απάντηση στις νέες γεωπολιτικές απειλές και στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας. Κεντρικός του στόχος είναι να καλύψει το κενό στις δυνατότητες «deep strike», ενισχύοντας παράλληλα την αποτρεπτική ομπρέλα του ΝΑΤΟ.

Το σχέδιο στηρίζεται σε τρεις θεμελιώδεις άξονες:

Τα όπλα της νέας στρατηγικής εποχής

Οι μέχρι τώρα μελέτες και τεχνολογικές ωριμάνσεις έχουν οδηγήσει σε συγκεκριμένα συστήματα που θεωρούνται πλέον έτοιμα για παραγωγή και διεύρυνση συνεργασιών. Στο επίκεντρο βρίσκονται:

Η Ευρώπη επιχειρεί έτσι να αποκτήσει δικό της «στρατηγικό βραχίονα», ικανό να πλήττει στόχους σε μεγάλο βάθος χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από υπερατλαντικές δυνατότητες.

Η ελληνική απουσία και οι φιλοδοξίες

Παρά το εκπεφρασμένο ενδιαφέρον της, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στους αρχικούς υπογράφοντες. Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει ήδη τοποθετήσει το πρόγραμμα στο πλαίσιο της ελληνικής στρατηγικής, συνδέοντάς το με την αναβάθμιση του Πολεμικού Ναυτικού.

Συγκεκριμένα, η επιδίωξη είναι ο μελλοντικός ευρωπαϊκός στρατηγικός πύραυλος να ενσωματωθεί στις τέσσερις νέες φρεγάτες FDI (Belharra), προσδίδοντάς τους –μελλοντικά– ικανότητα στρατηγικής κρούσης από θαλάσσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταβάλλοντας τα δεδομένα ισχύος στην περιοχή.

Από αγοραστής σε συμπαραγωγός ή χαμένη ευκαιρία;

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: θα περιοριστεί η Ελλάδα στον ρόλο του αγοραστή ή θα διεκδικήσει θέση στο τραπέζι της συμπαραγωγής;

Η συμμετοχή σε ένα τέτοιο εγχείρημα δεν αφορά μόνο την απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων. Αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας και τη δυνατότητα της χώρας να αποκτήσει τεχνογνωσία, παραγωγική βάση και στρατηγική αυτονομία. Σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως προτεραιότητα την ενίσχυση της κοινής αμυντικής της ταυτότητας, η απουσία από τα πρώτα βήματα ενδέχεται να κοστίσει ακριβά.

Αν δεν αξιοποιηθεί η συγκυρία, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει θεατής σε μια ιστορική αναδιάταξη δυνάμεων — τη στιγμή που η ευρωπαϊκή άμυνα περνά σε νέα εποχή και οι ισχυροί χαράσσουν ήδη τις γραμμές του μέλλοντος.

Exit mobile version