Ελληνοτουρκικά: Ο Μητσοτάκης πάει γυρεύοντας – Μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου ο Πρωθυπουργός πάει στην Άγκυρα για το Ανώτατο Κυβερνητικό Συμβούλιο με τον Ερντογάν – Πόσο βέβαιος είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι η ΕΛλάδα έχει μόνο να κερδίσει και όχι να χάσει από μια τέτοια συνάντηση, σε μια περίοδο όπου ο Ντόναλντ Τραμπ φέρνει τα πάνω – κάτω;

Νέες διεργασίες στο εύθραυστο πεδίο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων φέρνει η χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Γιώργου Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν, μια συνομιλία που –σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις– επισπεύδει την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα για τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας.

Όπως μεταδίδεται από την Κωνσταντινούπολη, το ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού αναμένεται να πραγματοποιηθεί έως τις 16 ή 17 Φεβρουαρίου, χρονικό όριο που θεωρείται κρίσιμο, καθώς αμέσως μετά ξεκινά το Ραμαζάνι, γεγονός που παραδοσιακά «παγώνει» τις πολιτικές πρωτοβουλίες στην Τουρκία.

Η προοπτική αυτής της συνάντησης, ωστόσο, γεννά έντονα ερωτήματα και προβληματισμούς. Σε μια περίοδο όπου το διεθνές περιβάλλον μεταβάλλεται ραγδαία, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ανατρέπει σταθερές, συμμαχίες και ισορροπίες, πόσο βέβαιος μπορεί να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι η Ελλάδα έχει μόνο οφέλη και όχι απώλειες από ένα τετ-α-τετ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν;

Η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί υψηλές διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η τουρκική ηγεσία δείχνει να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά μέτωπα, αξιοποιώντας τη γεωπολιτική ρευστότητα προς όφελός της. Την ίδια στιγμή, η Αθήνα επενδύει στη λογική του διαλόγου και της «ήρεμης διπλωματίας», ποντάροντας στο ότι η επαναφορά των θεσμικών καναλιών μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε νέες εντάσεις.

Η επικείμενη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Τουρκία δεν είναι απλώς ένα ακόμη διπλωματικό ραντεβού. Είναι μια κίνηση υψηλού ρίσκου, σε μια συγκυρία όπου τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο και όπου κάθε χειραψία, κάθε δήλωση και κάθε λέξη μπορεί να ερμηνευτεί πολλαπλά – τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο.

Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για ένα τολμηρό άνοιγμα που μπορεί να σταθεροποιήσει την κατάσταση, ή για ένα βήμα σε αχαρτογράφητα νερά, με την Ελλάδα να δοκιμάζει τις αντοχές της απέναντι σε έναν απρόβλεπτο γείτονα και σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα; Οι απαντήσεις ίσως δοθούν στην Άγκυρα, μέσα στον Φεβρουάριο.

Exit mobile version