Ένας κόσμος που αλλάζει: Ενώ οι ΗΠΑ ανοίγουν νέα μέτωπα με ανυπολόγιστες συνέπειες, η Κίνα αντέχει στις Αμερικανικές πιέσεις και διευρύνει την επιρροή της

Τη γεωπολιτική ισχύ που έχει συγκεντρώσει το Πεκίνο αναδεικνύει με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο η σύνοδος των ηγετών της Κίνας, της Ρωσίας, της Ινδίας, του Ιράν και άλλων χωρών της Κεντρικής Ασίας.

Ένας κόσμος που αλλάζει: Ενώ οι ΗΠΑ ανοίγουν νέα μέτωπα με ανυπολόγιστες συνέπειες, η Κίνα αντέχει στις Αμερικανικές πιέσεις και διευρύνει την επιρροή της

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν δοκιμάζουν τα όρια της δυτικής στρατηγικής, οι αμερικανικές κυρώσεις εμφανίζουν ολοένα περισσότερες ρωγμές, ενώ νέες οικονομικές και ενεργειακές εξαρτήσεις διαμορφώνονται με επίκεντρο την Κίνα.

Η διήμερη συνάντηση των 10 χωρών του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, που πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα του Κιργιστάν, Μπισκέκ, φέρνει στο ίδιο τραπέζι ηγέτες που είτε βρίσκονται στο στόχαστρο της Δύσης είτε διατηρούν σχέσεις αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον. Για τον Σι Τζινπίνγκ, η σύνοδος αποτελεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη διεθνή συνάντηση. Είναι μια ευκαιρία να προβάλει την Κίνα ως κεντρικό πόλο ενός κόσμου που επιχειρεί να απεξαρτηθεί από την Ουάσιγκτον.

Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για το Πεκίνο. Δύο πόλεμοι έχουν αυξήσει κατακόρυφα τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, έχουν επιβαρύνει τις προοπτικές της παγκόσμιας ανάπτυξης και έχουν εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα περιβάλλον στο οποίο η οικονομική ισχύς μετατρέπεται ευκολότερα σε πολιτική επιρροή.

Την ίδια ώρα, στην άλλη πλευρά του κόσμου, στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, υπουργοί Οικονομικών της G20 εξετάζουν τις επιπτώσεις των ίδιων κρίσεων στην παγκόσμια οικονομία. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική: ενώ η Δύση προσπαθεί να περιορίσει τις συνέπειες των πολέμων και να διαχειριστεί τις οικονομικές τους επιπτώσεις, το Πεκίνο αξιοποιεί την αναταραχή για να ενισχύσει τη θέση του στο διεθνές σύστημα.

Στη Μπισκέκ, στο επίκεντρο βρίσκεται ακριβώς αυτή η νέα πραγματικότητα και η γεωπολιτική ισχύς που προσφέρει στον Σι Τζινπίνγκ. Καμία άλλη χώρα δεν έχει αποδειχθεί τόσο κρίσιμη για τη διατήρηση των οικονομιών, αλλά και των πολεμικών δυνατοτήτων, της Ρωσίας και του Ιράν όσο η Κίνα.

Το Πεκίνο αξιοποιεί τη θέση του ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου και ένας από τους σημαντικότερους εξαγωγείς καταναλωτικών προϊόντων παγκοσμίως, λειτουργώντας ως οικονομική δίοδος για χώρες που η Δύση επιχειρεί να απομονώσει. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της κινεζικής στρατηγικής: η Κίνα δεν χρειάζεται να συγκρουστεί άμεσα με τη Δύση για να ενισχύσει τη θέση της. Αρκεί να προσφέρει στις χώρες που πιέζονται από τις κυρώσεις εναλλακτικές αγορές, χρηματοδότηση, τεχνολογία και εμπορικές διαδρομές.

Η Κίνα αντέχει τις αμερικανικές πιέσεις

Η Ουάσιγκτον έχει αποδυναμώσει την παρουσία της σε ορισμένες περιοχές, καθώς μεγάλο μέρος της στρατηγικής της προσοχής και των στρατιωτικών της δυνατοτήτων επικεντρώνεται στον πόλεμο με το Ιράν. Η απόσυρση μέρους των αμερικανικών δυνάμεων από την Ασία και την Ευρώπη δημιουργεί, παράλληλα, μεγαλύτερο χώρο για κινήσεις από το Πεκίνο.

Τον προηγούμενο μήνα, ο Σι Τζινπίνγκ αγνόησε τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για ένα «οικονομικό D-Day» εναντίον χωρών που παρέχουν οικονομική στήριξη στο Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε στο παρελθόν διατυπώσει ανάλογες απειλές εναντίον αγοραστών ρωσικού πετρελαίου, χωρίς όμως να προχωρήσει σε αντίστοιχα μέτρα κατά της Κίνας.

Η εξέλιξη αυτή έχει συνέπειες πολύ πέρα από το συγκεκριμένο ζήτημα. Στα μάτια του Πεκίνου, η αξιοπιστία των αμερικανικών απειλών έχει υποστεί πλήγμα. Τόσο οι απειλές όσο και οι διαβεβαιώσεις του Τραμπ αντιμετωπίζονται πλέον ως κινήσεις προσωρινές, διαπραγματεύσιμες και, κυρίως, αναστρέψιμες.

Στη Μπισκέκ ο Σι επιχειρεί να ενισχύσει την εικόνα του ως ηγέτη των μη δυτικών χωρών και να αντιπαραβάλει την κινεζική αντίληψη περί πολυπολικού κόσμου με αυτό που αποκαλεί αμερικανική ηγεμονία. Ωστόσο, όλα δείχνουν ότι θα αποφύγει μια υπερβολικά ανοιχτή και απροκάλυπτη στήριξη προς το Ιράν, ώστε να μην προκαλέσει τον Τραμπ λίγο πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον.

Η κινεζική διπλωματία κινείται, άλλωστε, με χαρακτηριστική προσοχή ανάμεσα σε δύο στόχους: από τη μία πλευρά, να εμφανίσει το Πεκίνο ως δύναμη που μπορεί να προσφέρει εναλλακτικές στη Δύση και, από την άλλη, να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με τις ΗΠΑ που θα μπορούσε να πλήξει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα.

Πριν από το ταξίδι στις ΗΠΑ, ο Σι αναμένεται να επισκεφθεί την Αίγυπτο και την Ινδία. Η αλληλουχία των επισκέψεων έχει σαφή διπλωματικό συμβολισμό: να παρουσιάσει τον Κινέζο πρόεδρο ως ηγέτη με πολλαπλές διεθνείς επιλογές, σε μια στιγμή που ο Τραμπ έχει επιβαρύνει τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με αρκετούς από τους παραδοσιακούς συμμάχους της.

Ο Σι φαίνεται να βλέπει μια ευκαιρία να δείξει ότι η Κίνα έχει φίλους και επιλογές σε όλο τον κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που η Ουάσιγκτον αποξενώνει πολλούς από τους συμμάχους της.

Ρωσία και Ιράν εξαρτώνται από το Πεκίνο

Η σύνοδος της Μπισκέκ αποτελεί ταυτόχρονα υπενθύμιση των ορίων του οικονομικού πολέμου που διεξάγεται υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έφτασαν στη Μπισκέκ τη Δευτέρα, καθώς οι δύο χώρες επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τις δυτικές προσπάθειες απομόνωσής τους και να διατηρήσουν σε εξέλιξη τους πολεμικούς τους στόχους.

Σε αυτή την προσπάθεια, το Πεκίνο έχει σε μεγάλο βαθμό ανταποκριθεί στις ανάγκες τους. Προσφέρει οικονομικές «ανάσες» στη Μόσχα και την Τεχεράνη, ενώ παράλληλα αξιοποιεί το τεράστιο οικονομικό του βάρος, προκαλώντας την έντονη ενόχληση της Ουάσιγκτον.

Η κινεζική στήριξη δεν περιορίζεται στις εμπορικές συναλλαγές. Περιλαμβάνει επίσης τεχνολογία που μπορεί να αξιοποιηθεί στο πεδίο των μαχών, διευρύνοντας έτσι τον ρόλο του Πεκίνου από απλό οικονομικό εταίρο σε κρίσιμο κρίκο της αντοχής των δύο χωρών απέναντι στις δυτικές πιέσεις.

Η επιρροή του Σι, ωστόσο, έχει σαφή και ουσιαστικά όρια. Παρά το γεγονός ότι ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης διαθέτει και διάσταση ασφάλειας, το Πεκίνο δεν έχει δείξει διάθεση να χρησιμοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις του για να υπερασπιστεί μέλη όπως το Ιράν, που εντάχθηκε στον οργανισμό το 2023, ή τη Ρωσία.

Αντίθετα, η επίσημη κινεζική θέση παραμένει υπέρ του διαλόγου και του τερματισμού των συγκρούσεων. Πρόκειται για μια επιλογή που αποκαλύπτει και τα όρια της κινεζικής φιλοδοξίας: το Πεκίνο θέλει να αυξήσει την επιρροή του χωρίς να επωμιστεί το κόστος μιας άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής.

Η επιλογή αυτή αντανακλά τη βασική στρατηγική του Πεκίνου: να επεκτείνει την οικονομική και τεχνολογική του επιρροή χωρίς να παγιδευτεί σε ξένους πολέμους. Οι κινεζικές αρχές θεωρούν, άλλωστε, ότι οι παρατεταμένες πολεμικές εμπλοκές ήταν ένας από τους παράγοντες που σταδιακά αποδυνάμωσαν την αμερικανική ισχύ.

Με άλλα λόγια, η Κίνα επιχειρεί να κερδίσει από τις συνέπειες των συγκρούσεων χωρίς να γίνει η ίδια μέρος τους. Και αυτή ίσως είναι μία από τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην κινεζική και την αμερικανική προσέγγιση της σημερινής διεθνούς πραγματικότητας.

Πετρέλαιο, εμπόριο και νέοι δρόμοι προς τη Ρωσία

Η σχέση Σι – Πούτιν αποκτά όλο και πιο ασύμμετρο χαρακτήρα υπέρ του Πεκίνου. Οι δυτικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν λόγω του πολέμου στην Ουκρανία έχουν δημιουργήσει για την Κίνα την ευκαιρία να αγοράζει μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου σε μειωμένες τιμές.

Έτσι, το Πεκίνο ενισχύει τα ενεργειακά του αποθέματα και ταυτόχρονα περιορίζει τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια πιθανή διακοπή των θαλάσσιων ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε ένα ακόμη εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει βρει νέες διαδρομές για τις εισαγωγές και τις πληρωμές μέσω της Κεντρικής Ασίας, καθώς προσπαθεί να παρακάμψει τους δυτικούς περιορισμούς. Το Ιράν κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, αναζητώντας εναλλακτικές οδούς εισαγωγών και εμπορίου υπό το αμερικανικό εμπάργκο.

Παράλληλα, η Ινδία, το Καζακστάν και η Λευκορωσία έχουν αναλάβει τις τελευταίες εβδομάδες ρόλο στην προμήθεια βενζίνης προς τη Ρωσία, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές στα ρωσικά διυλιστήρια.

Η Ινδία είχε αναδειχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Οι εισαγωγές μειώθηκαν μετά τις πιέσεις του Τραμπ και τις νέες αμερικανικές κυρώσεις σε ρωσικούς πετρελαϊκούς ομίλους. Ωστόσο, η αμερικανική πολεμική επιχείρηση εναντίον του Ιράν προκάλεσε νέα αναστάτωση στις αγορές πετρελαίου και οδήγησε ινδικές εταιρείες να στραφούν ξανά προς τη Ρωσία.

Η Κίνα, πάντως, εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή, παραμένοντας ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικού και ιρανικού αργού. Το ενεργειακό εμπόριο αποτελεί έτσι έναν από τους βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνου.

Ένας κόσμος που αλλάζει: Ενώ οι ΗΠΑ ανοίγουν νέα μέτωπα με ανυπολόγιστες συνέπειες, η Κίνα αντέχει στις Αμερικανικές πιέσεις και διευρύνει την επιρροή της

Από τη σοβιετική σφαίρα στην κινεζική επιρροή

Ακόμη και η επιλογή της Μπισκέκ ως τόπου διεξαγωγής της συνόδου αποτυπώνει τη μετατόπιση των ισορροπιών στην περιοχή. Το Κιργιστάν, πρώην σοβιετική δημοκρατία, βρισκόταν επί δεκαετίες στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η κινεζική παρουσία στη χώρα έχει ενισχυθεί σημαντικά.

Την ίδια ώρα, οι πέντε χώρες της Κεντρικής Ασίας έχουν συσφίξει τις μεταξύ τους σχέσεις μετά τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, αναζητώντας μεγαλύτερη αυτονομία και νέες οικονομικές διεξόδους. Η μετατόπιση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της Ρωσίας, σημαίνει όμως ότι η Μόσχα δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική δύναμη γύρω από την οποία οργανώνονται οι περιφερειακές ισορροπίες.

Κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Κιργιστάν, Σαντίρ Τζαπάροφ, ο Σι δήλωσε τη Δευτέρα ότι οι σχέσεις Πεκίνου και Μπισκέκ έχουν κάνει «άλμα προς τα εμπρός» και ότι η συνεργασία επεκτείνεται σε όλους τους τομείς.

Η εικόνα της ημέρας ήταν εξίσου συμβολική. Οι ηγέτες παρακολούθησαν την εντυπωσιακή τελετή έναρξης των Παγκόσμιων Αγώνων Νομάδων, που πραγματοποιήθηκε σε νεόδμητο στάδιο της Μπισκέκ. Παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια, αναβάτες με άλογα και θεαματικές εκρήξεις φωτιάς πλαισίωσαν την εκδήλωση, σε μια εντυπωσιακή επίδειξη της πολιτιστικής ταυτότητας της Κεντρικής Ασίας.

Στο περιθώριο της συνόδου, ο Σι συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Πούτιν. Ο Κινέζος πρόεδρος μίλησε για ολοένα καλύτερες προοπτικές στις σχέσεις Κίνας – Ρωσίας, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος υπογράμμισε την επιτυχία του καθεστώτος ταξιδιών χωρίς βίζα μεταξύ των δύο χωρών και δήλωσε έτοιμος να το καταστήσει μόνιμο.

Ο Πούτιν αναφέρθηκε επίσης στην πρώτη προγραμματισμένη διέλευση κινεζικού πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων από τη Βόρεια Θαλάσσια Οδό στα μέσα Αυγούστου. Η κίνηση θεωρείται προάγγελος ευρύτερης συνεργασίας των δύο χωρών στην Αρκτική, σε μια περιοχή που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική και εμπορική σημασία.

Η Αρκτική προσθέτει έτσι ένα ακόμη κεφάλαιο στη σινορωσική συνεργασία. Οι νέες εμπορικές διαδρομές, η ενέργεια και η πρόσβαση σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περιφερειακές αποκτούν πλέον κεντρικό ρόλο στον ανταγωνισμό για τις μελλοντικές παγκόσμιες ροές εμπορίου.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει πόσο μακριά θα θελήσει να φτάσει ο Σι απέναντι στο Ιράν. Εάν πραγματοποιήσει ξεχωριστή διμερή συνάντηση με τον Πεζεσκιάν, πέρα από τις εργασίες της συνόδου, θα αποτελέσει ένδειξη για το πόσο διατεθειμένο είναι το Πεκίνο να αυξήσει τη στήριξή του προς την Τεχεράνη πριν από την επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στις ΗΠΑ.

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης ως αντίβαρο στη Δύση

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, που αρχικά περιλάμβανε την Κίνα, τη Ρωσία και τέσσερις χώρες της Κεντρικής Ασίας, διευρύνθηκε το 2017 με την ένταξη της Ινδίας και του Πακιστάν και στη συνέχεια προστέθηκαν η Λευκορωσία και το Ιράν.

Σταδιακά, ο οργανισμός εξελίχθηκε σε έναν ολοένα ισχυρότερο αντίποδα των δυτικών πολιτικών και αμυντικών σχηματισμών. Δεν αποτελεί ένα ενιαίο στρατιωτικό μπλοκ ούτε λειτουργεί με την ίδια λογική με τις δυτικές συμμαχίες, αποτυπώνει όμως μια ευρύτερη τάση: τη δημιουργία ενός δικτύου κρατών που επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τους δυτικούς θεσμούς και τα δυτικά οικονομικά εργαλεία.

Ορισμένα από τα μέλη του έχουν ήδη συμβάλει στη διατήρηση της ρωσικής πολεμικής μηχανής. Λίγο μετά την πλήρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, το Ιράν προμήθευσε τη Μόσχα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη Shahed και βοήθησε στην εγκατάσταση γραμμών εγχώριας παραγωγής τους.

Παράλληλα, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας έχουν καταστεί κρίσιμοι κόμβοι για το ρωσικό εμπόριο, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι σταθμοί για προϊόντα, πρώτες ύλες και χρηματοοικονομικές συναλλαγές που διαφορετικά θα ήταν δυσκολότερο να πραγματοποιηθούν υπό το βάρος των δυτικών κυρώσεων.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός κόσμου όπου οι κυρώσεις εξακολουθούν να έχουν κόστος, αλλά δεν μπορούν πλέον εύκολα να επιβάλουν πλήρη οικονομική απομόνωση. Οι εναλλακτικές διαδρομές, οι νέοι εμπορικοί εταίροι και, πάνω απ’ όλα, η οικονομική βαρύτητα της Κίνας περιορίζουν την αποτελεσματικότητά τους.

Το δύσκολο δίλημμα του Τραμπ

Όταν ο Σι μεταβεί στην Ουάσιγκτον, ο Τραμπ αναμένεται να ζητήσει τη συνεργασία της Κίνας τόσο για το Ιράν όσο και για τη Βόρεια Κορέα. Το αν το Πεκίνο θα ανταποκριθεί παραμένει αβέβαιο.

Το πρόβλημα για την αμερικανική κυβέρνηση είναι ότι επιχειρεί να πετύχει δύο στόχους που γίνονται ολοένα δυσκολότερο να συνυπάρξουν: να αυξήσει την πίεση στο Ιράν και, την ίδια στιγμή, να διατηρήσει την εύθραυστη οικονομική εκεχειρία με την Κίνα.

Ο Τραμπ έχει περιορίσει ο ίδιος τα περιθώρια των κινήσεών του. Η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται πλέον να συνδυάσει την κλιμάκωση έναντι της Τεχεράνης με τη διατήρηση της συμφωνίας με το Πεκίνο, χωρίς να κινδυνεύσει να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο που θα μπορούσε να έχει ευρύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της σημερινής συγκυρίας: όσο περισσότερο οι ΗΠΑ επιχειρούν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα πολλαπλές κρίσεις, τόσο περισσότερο χώρο αποκτά η Κίνα για να κινηθεί ανάμεσα στα κενά που δημιουργούνται.

Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να αναμετρηθεί ευθέως με την Ουάσιγκτον για να διευρύνει την επιρροή του. Αρκεί να εμφανίζεται ως ο εναλλακτικός οικονομικός εταίρος, ο προμηθευτής ενέργειας, ο χρηματοδότης, ο τεχνολογικός πάροχος και ο διπλωματικός συνομιλητής για χώρες που βρίσκονται υπό δυτική πίεση.

Η σύνοδος της Μπισκέκ αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Η Κίνα δεν έχει αντικαταστήσει τη δυτική ισχύ, ούτε έχει οικοδομήσει ένα ενιαίο αντιδυτικό στρατόπεδο. Έχει όμως καταφέρει κάτι ίσως πιο ουσιαστικό: να καταστήσει την οικονομική και γεωπολιτική της παρουσία απαραίτητη σε μια ολοένα μεγαλύτερη ομάδα χωρών.

Και όσο οι ΗΠΑ ανοίγουν νέα μέτωπα, η Κίνα μοιάζει να κερδίζει χρόνο, χώρο και επιρροή.

Exit mobile version