Ισπανία: Έκθετη η ισπανική κυβέρνηση, φέρεται να είχε αγνοήσει επιδεικτικά αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις για τη μαζική εισβολή λαθρομεταναστών στη Θέουτα

Συνοριοφύλακες είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο μαζικών αφίξεων, ζητώντας σαφείς οδηγίες, ενίσχυση των δυνάμεων και άμεσα μέτρα, σύμφωνα με έρευνα του Reuters.

Ισπανία: Έκθετη η ισπανική κυβέρνηση, φέρεται να είχε αγνοήσει επιδεικτικά αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις για τη μαζική εισβολή λαθρομεταναστών στη Θέουτα

Εβδομάδες πριν από τη μαζική «απόβαση» περισσότερων από 70.000 μεταναστών στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, οι ισπανικές αρχές είχαν ήδη λάβει προειδοποιητικά μηνύματα για μια κατάσταση που έδειχνε να βαίνει προς κλιμάκωση.

Εργαζόμενοι στα σύνορα ανέφεραν ότι οι αφίξεις δια θαλάσσης αυξάνονταν σταθερά, την ώρα που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαδίδονταν ολοένα περισσότερα μηνύματα που ενθάρρυναν ανθρώπους να επιχειρήσουν το επικίνδυνο πέρασμα προς τον ισπανικό θύλακα.

Όπως δήλωσαν στο Reuters εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι προειδοποιήσεις αυτές δεν οδήγησαν στην άμεση κινητοποίηση που ζητούσαν. Η κεντρική ισπανική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν έλαβε εγκαίρως τα μέτρα που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πίεση στα σύνορα και να προετοιμάσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες για μια ενδεχόμενη μαζική άφιξη.

Η ισπανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, απέδωσε το φονικό κύμα της 29ης και 30ής Ιουλίου κυρίως στην παραπληροφόρηση που ακολούθησε απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας. Με βάση την απόφαση, όσοι εντοπίζονται στη θάλασσα ενώ επιχειρούν να φτάσουν στη Θέουτα ή τη Μελίγια δεν μπορούν να επιστρέφονται αυτομάτως στο Μαρόκο. Σύμφωνα με τη Μαδρίτη, την αλλαγή αυτή εκμεταλλεύθηκαν εγκληματικά δίκτυα διακινητών, τα οποία μέσω παραπλανητικών μηνυμάτων ενθάρρυναν νέες προσπάθειες διέλευσης.

Η έρευνα του Reuters, ωστόσο, που εξέτασε δημόσιες αλλά και ιδιωτικές προειδοποιήσεις συνδικάτων τα οποία εκπροσωπούν εργαζομένους στα σύνορα, σκιαγραφεί μια διαφορετική εικόνα. Οι ισπανικές αρχές είχαν ενημερωθεί αρκετές εβδομάδες πριν από τα δραματικά γεγονότα ότι η νέα πραγματικότητα στο νομικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κινητικότητα, μπορούσε να προκαλέσει απότομη κλιμάκωση. Και οι προειδοποιήσεις συνοδεύονταν από συγκεκριμένα αιτήματα για άμεση δράση.

Ο ανθρώπινος απολογισμός ήταν βαρύς. Οι ισπανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι 80 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά το κύμα εισόδου, ενώ οι μαροκινές αρχές ανέφεραν ότι ανέσυραν 14 σορούς στην πλευρά του Μαρόκου. Ο επιβεβαιωμένος αριθμός των νεκρών ανέρχεται έτσι σε τουλάχιστον 94, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι υπάρχουν και άλλοι αγνοούμενοι, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ο πραγματικός απολογισμός να είναι ακόμη μεγαλύτερος.

«Ένα εκρηκτικό κοκτέιλ»

Ο Ρασίντ Σμπίχι, εκπρόσωπος του συνδικάτου της ισπανικής Πολιτοφυλακής AUGC στη Θέουτα, παραδέχθηκε ότι κανείς από όσους βρίσκονταν στην περιοχή δεν μπορούσε να προβλέψει την έκταση των γεγονότων της 30ής Ιουλίου.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν σημάδια κινδύνου. Όπως ανέφερε στο Reuters, οι εργαζόμενοι στα σύνορα είχαν αντιληφθεί ότι η δικαστική απόφαση μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αύξηση των αφίξεων, δημιουργώντας ένα νέο και ιδιαίτερα δύσκολο επιχειρησιακό περιβάλλον.

«Η απόφαση, οι εγκληματικές συμμορίες και τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης ήταν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών υποστηρίζει, πάντως, ότι μετά τη δικαστική απόφαση εξετάστηκαν διαφορετικές επιλογές και τελικά αποφασίστηκε η τοποθέτηση πλωτού φράγματος στη θάλασσα. Το φράγμα εγκαταστάθηκε την 1η Αυγούστου, δύο μόλις ημέρες μετά τη μαζική άφιξη της 30ής Ιουλίου.

Σύμφωνα με το υπουργείο, η σχετική προεργασία επέτρεψε στις αρχές να προχωρήσουν στην εγκατάσταση μέσα σε 48 ώρες από τη λήψη της απόφασης. Η κυβέρνηση επιμένει έτσι ότι αντέδρασε με ταχύτητα, όταν πλέον είχε γίνει σαφές το μέγεθος της απειλής.

Οι επικριτές της, ωστόσο, θέτουν ένα διαφορετικό ερώτημα: γιατί χρειάστηκε να φτάσει η κατάσταση στο σημείο της μαζικής εισόδου για να ενεργοποιηθούν τα μέτρα που ζητούσαν ήδη από τα μέσα Ιουλίου οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή των συνόρων;

Οι προειδοποιήσεις για το «νομικό κενό»

Το Reuters εξέτασε έξι γραπτές αναφορές και επιστολές που είχαν αποσταλεί στην εκπρόσωπο της ισπανικής κυβέρνησης στη Θέουτα και στον επικεφαλής της αστυνομίας του θύλακα. Τα έγγραφα, τα οποία προέρχονταν από συνδικάτα συνοριοφυλάκων, ζητούσαν σαφείς οδηγίες, ενίσχυση του προσωπικού και άμεσες παρεμβάσεις μετά τη δικαστική απόφαση.

Ήδη από τις 10 Ιουλίου, το συνδικάτο AUGC της Πολιτοφυλακής προειδοποιούσε ότι η απόφαση είχε δημιουργήσει «ένα νομικό κενό», το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω σαφών και συγκεκριμένων πρωτοκόλλων για τη διαχείριση των αφίξεων.

Τρεις ημέρες αργότερα, το συνδικάτο της αστυνομίας SUP έκρουε επίσης τον κώδωνα του κινδύνου. Στην προειδοποίησή του σημείωνε ότι οι εγκληματικές οργανώσεις παρακολουθούν στενά κάθε αλλαγή στο νομικό πλαίσιο και προσαρμόζουν ανάλογα τις διαδρομές και τις μεθόδους τους, ιδιαίτερα όταν οι διαδικασίες επαναπροώθησης γίνονται πιο αργές ή περίπλοκες.

Το συνδικάτο ζητούσε την ενίσχυση του προσωπικού και μια «συνεκτική και αποτελεσματική» μεταναστευτική πολιτική, προκειμένου η δικαστική απόφαση να μην καταστεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από τα δίκτυα διακίνησης.

Στις 23 Ιουλίου, σε επιστολή προς τον επικεφαλής της αστυνομίας στη Θέουτα, το ίδιο συνδικάτο έκανε λόγο για «συνεχείς αφίξεις δια θαλάσσης», οι οποίες είχαν αρχίσει να ασκούν άμεση πίεση στις διαθέσιμες δυνάμεις. Οι υπάρχουσες αστυνομικές υποδομές, όπως προειδοποιούσε, δεν είχαν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια κατάσταση.

Παράλληλα, οι συνδικαλιστές ζητούσαν τη δημιουργία προσωρινού κέντρου υποδοχής, ώστε να αποσυμφορηθούν οι υφιστάμενες δομές και να υπάρξει στοιχειώδης επιχειρησιακή προετοιμασία για μια ενδεχόμενη επιδείνωση της κατάστασης.

Ισπανία: Έκθετη η ισπανική κυβέρνηση, φέρεται να είχε αγνοήσει επιδεικτικά αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις για τη μαζική εισβολή λαθρομεταναστών στη Θέουτα

Η ισπανική και η μαροκινή πλευρά

Παρά τις προειδοποιήσεις, το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών δεν απάντησε στα αιτήματα των συνδικάτων. Η εκπρόσωπος της ισπανικής κυβέρνησης στη Θέουτα πρότεινε συνάντηση αρκετές εβδομάδες αργότερα, σύμφωνα με εκπροσώπους των AUGC και SUP.

Η ισπανική κυβέρνηση αμφισβητεί, πάντως, ότι υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στην αύξηση των αφίξεων που είχε καταγραφεί πριν από τις 29 και 30 Ιουλίου και στη μαζική είσοδο που ακολούθησε.

Η εικόνα που διαμορφωνόταν στην απέναντι πλευρά των συνόρων ήταν επίσης ανησυχητική. Στο Μαρόκο, χώρα που συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση για τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της, οι αρχές είχαν εντοπίσει ήδη από τα μέσα Ιουλίου αυξημένες προσπάθειες διέλευσης.

Ωστόσο, αυστηρότερα μέτρα, μεταξύ άλλων έλεγχοι σε σταθμούς λεωφορείων και τρένων, τέθηκαν σε εφαρμογή μόλις μία ή δύο ημέρες πριν από τη μαζική είσοδο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, μαρτυρίες ΜΚΟ και μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα που μίλησε στο Reuters, σημαντικές ενισχύσεις κινητοποιήθηκαν ουσιαστικά όταν η κρίση είχε πλέον πάρει τεράστιες διαστάσεις και ο αριθμός των μεταναστών είχε ανέλθει σε δεκάδες χιλιάδες, στις 29 Ιουλίου.

«Δεν έκαναν τίποτα προληπτικά. Αυτό μου φαίνεται σαν αποτυχία πολιτικής», δήλωσε ο Ρικάρντο Φαμπιάνι, διευθυντής του προγράμματος για τη Βόρεια Αφρική στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων.

Μαροκινός ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος ανέφερε ότι, μετά τη δικαστική απόφαση, το Ραμπάτ είχε επικοινωνήσει με την ισπανική πλευρά, προκειμένου να ρωτήσει εάν η νέα κατάσταση θα δημιουργούσε προβλήματα. Ο ίδιος δεν αποκάλυψε ποια ήταν η απάντηση της Ισπανίας, υποστήριξε όμως ότι η διαχείριση των συνεπειών της απόφασης ανήκε τελικά στη Μαδρίτη.

Η «έλξη» και η ευρωπαϊκή ευθύνη

Τα δραματικά γεγονότα στη Θέουτα επαναφέρουν με ένταση στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα: την εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες για τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Το Μαρόκο λαμβάνει χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επιτήρηση των συνόρων, ενώ Μαδρίτη και Ραμπάτ εξακολουθούν να περιγράφουν τη συνεργασία τους ως στενή και αποτελεσματική.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις δύο χώρες για την ενίσχυση της προστασίας των συνόρων. Την ίδια ώρα, Ισπανία και Μαρόκο διερευνούν τις συνθήκες και τους παράγοντες που οδήγησαν στα γεγονότα του Ιουλίου, αναζητώντας απαντήσεις για το πώς μια προειδοποιημένη κρίση έφτασε τελικά να πάρει τόσο μεγάλη διάσταση.

Μαροκινοί αξιωματούχοι, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη θα πρέπει να κάνει περισσότερα για να περιορίσει την «έλξη» που ασκεί στους επίδοξους μετανάστες και να τους αποτρέπει εξαρχής από το να επιχειρούν το επικίνδυνο ταξίδι.

Η ισπανική κυβέρνηση έχει επιλέξει διαφορετική πορεία στο μεταναστευτικό σε σχέση με αρκετές άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Υποστηρίζει μια περισσότερο ανθρωπιστική προσέγγιση και έχει προχωρήσει στην καταγραφή μεταναστών χωρίς έγγραφα, ώστε να μπορούν να εργαστούν νόμιμα και να συμβάλουν στην οικονομία της χώρας.

Η προσέγγιση αυτή, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για το κατά πόσο η πολιτική υποδοχής της Ισπανίας λειτουργεί ως παράγοντας έλξης για νέες μεταναστευτικές ροές.

«Αν η Ισπανία ανακοινώνει ότι είναι πρόθυμη να δεχθεί όλους τους μετανάστες, γιατί τους αναγκάζουμε να πηδούν τους φράχτες και να πέφτουν στη θάλασσα;» δήλωσε αυτή την εβδομάδα ο υπουργός Δικαιοσύνης του Μαρόκου Αμπντελατίφ Ουάχμπι. «Ας ανοίξουμε τα σύνορα. Αν πρόκειται να τους δεχθείτε, γιατί τους σταματάμε;» σημείωσε.

Τα ερωτήματα που αφήνει πίσω της η τραγωδία στη Θέουτα, πάντως, δεν περιορίζονται μόνο στη διαχείριση της συγκεκριμένης μαζικής άφιξης. Αφορούν την ετοιμότητα των αρχών, την ανταπόκριση στις προειδοποιήσεις που είχαν προηγηθεί, τον ρόλο των δικαστικών αποφάσεων και των δικτύων διακίνησης, αλλά και το ευρύτερο ευρωπαϊκό μοντέλο διαχείρισης των συνόρων.

Και πάνω απ’ όλα, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ανθρώπινο κόστος μιας μεταναστευτικής κρίσης που, σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις, είχε αρχίσει να διαγράφεται πολύ πριν οι εικόνες από τη Θέουτα καταγράψουν το μέγεθός της.

Exit mobile version