Κίνα: «H επανένωση μας με την Ταϊβάν είναι αναπόφευκτη» δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ

Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, επανέλαβε χθες τις δηλώσεις του ότι η επανένωση με την Ταϊβάν είναι «αναπόφευκτη», κατά τη διάρκεια της ομιλίας του προς το έθνος την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Κίνα: «H επανένωση μας με την Ταϊβάν είναι αναπόφευκτη» δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ

Τόνισε τον αδιαμφισβήτητο «δεσμό αίματος και συγγένειας» μεταξύ των λαών στις δύο πλευρές του Πορθμού της Ταϊβάν, επαναφέροντας στο προσκήνιο την πολιτική του Πεκίνου για ενοποίηση.

Η Ταϊβάν διοικείται σήμερα από δυνάμεις που προέρχονται από τον κινεζικό εθνικιστικό στρατό, ως Δημοκρατία της Κίνας, από τη στιγμή που υποχώρησαν στο νησί μετά την ήττα τους στον εμφύλιο πόλεμο του 1949. Το Πεκίνο θεωρεί το νησί αναπόσπαστο μέρος της κυρίαρχης επικράτειάς του, στο πλαίσιο της πολιτικής «Μίας Κίνας».

«Οι Κινέζοι και στις δύο πλευρές του Πορθμού μοιραζόμαστε δεσμό αίματος και συγγένειας. Η επανένωση της πατρίδας μας, ως τάση της εποχής, είναι ασταμάτητη!» δήλωσε ο Σι, όπως μετέδωσε το επίσημο πρακτορείο Xinhua.

Παράλληλα, ο Κινέζος πρόεδρος επανέλαβε τη δέσμευση του Πεκίνου για υποστήριξη στο Χονγκ Κονγκ και το Μακάο, προκειμένου να ενταχθούν πλήρως στην «ολική ανάπτυξη της χώρας» και να διατηρηθεί η μακροπρόθεσμη ευημερία και η σταθερότητα των δύο περιοχών.

Η Κίνα επισημαίνει συχνά την προτίμησή της για ειρηνική επανένωση, ωστόσο δεν αποκλείει τη στρατιωτική επέμβαση σε περίπτωση που οι «αυτονομιστικές δυνάμεις» της Ταϊβάν επιδιώξουν την επίσημη ανεξαρτησία του νησιού.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) διεξήγαγε αυτή την εβδομάδα διήμερες στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν, οι οποίες περιελάμβαναν προσομοιώσεις αποκλεισμού σημαντικών λιμανιών, επιθέσεις ακριβείας σε θαλάσσιους στόχους και σενάρια αντιμετώπισης πιθανών εξωτερικών παρεμβολών.

Κίνα: «H επανένωση μας με την Ταϊβάν είναι αναπόφευκτη» δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ

Οι ασκήσεις πραγματοποιήθηκαν μόλις 11 ημέρες μετά την ανακοίνωση της Ουάσινγκτον για πώληση οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν, ύψους 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων – το μεγαλύτερο πακέτο όπλων που έχει δοθεί ποτέ στο νησί.

Τόσο η Κίνα όσο και η Ταϊβάν τηρούν την πολιτική της «Μίας Κίνας», διεκδικώντας και οι δύο τον τίτλο του νόμιμου κυβερνήτη της Κίνας. Στην πράξη, όμως, μόνο λίγες χώρες διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα αναγνωρίζει το Πεκίνο. Από τον Οκτώβριο του 1971, ο ΟΗΕ αναγνωρίζει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως τον «μόνο νόμιμο εκπρόσωπο της Κίνας».

Παρά την επίσημη αναγνώριση της ΛΔΚ από τις ΗΠΑ το 1979, η Ουάσινγκτον συνεχίζει να διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ταϊπέι, συμπεριλαμβανομένων επισκέψεων κορυφαίων νομοθετών, γεγονός που προκαλεί συχνά εντάσεις με το Πεκίνο.

Η Ρωσία, μέσω της Συνθήκης Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας του 2001 με την Κίνα, έχει δεσμευτεί να υποστηρίζει την κινεζική θέση για «εθνική ενότητα και εδαφική ακεραιότητα», όπως υπενθύμισε πρόσφατα ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Ο Λαβρόφ κατηγόρησε επίσης κάποιες δυτικές χώρες ότι χρησιμοποιούν την Ταϊβάν ως εργαλείο στρατηγικής αποτροπής κατά του Πεκίνου, εκμεταλλευόμενες τους πόρους και την τεχνολογία του νησιού.

Exit mobile version