Κορονοϊός: Σωτήρης Τσιόδρας και Άντονι Φάουτσι- Οι παράλληλοι βίοι και η «ένοχη σιωπή»- Ο ένας υπό κράτηση κι ο άλλος στο…απυρόβλητο

Τα κοινά των δύο επιστημόνων που κατέληξαν εντολοδόχοι των πολιτικών. Κι ενώ ο πρώτος κλήθηκε να καταθέσει στη Γερουσία, ο δεύτερος παραμένει στο απυρόβλητο.

Κορονοϊός: Σωτήρης Τσιόδρας και Άντονι Φάουτσι- Οι παράλληλοι βίοι και η «ένοχη σιωπή»- Ο ένας υπό κράτηση κι ο άλλος στο…απυρόβλητο

Στην Ελλάδα, το πρόσωπο που βρέθηκε σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη στο επίκεντρο της πανδημίας ήταν ο δρ. Σωτήρης Τσιόδρας. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο αντίστοιχος «πρωταγωνιστής» της υγειονομικής κρίσης ήταν ο δρ. Άντονι Φάουτσι.

Δύο χώρες, δύο διαφορετικά πολιτικά συστήματα, δύο επιστήμονες που έγιναν σύμβολα μιας πρωτοφανούς υγειονομικής περιόδου. Κι όμως, σήμερα, κοιτάζοντας όσα συνέβησαν με την απόσταση που προσφέρει ο χρόνος, οι ομοιότητες ανάμεσά τους μοιάζουν εντυπωσιακές.

Βασικά κοινά τους σημεία:

  1. Οι κυβερνήσεις τους τούς παρείχαν εκ των προτέρων πολιτική και θεσμική προστασία, γεγονός που κάθε άλλο παρά εμπιστοσύνη μπορούσε να εμπνεύσει σε μια κοινωνία που ζητούσε απαντήσεις και διαφάνεια.
  2. Μιλούσαν με απόλυτη επιστημονική βεβαιότητα για έναν ιό που εκείνη την εποχή παρέμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστος. Η επιστήμη βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία της αναζήτησης, της αμφισβήτησης και της αναθεώρησης, όμως οι δημόσιες τοποθετήσεις τους συχνά παρουσιάζονταν ως αδιαπραγμάτευτες αλήθειες.
  3. Και κυρίως: αντί να λειτουργήσουν ως ανάχωμα ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική εξουσία, τελικά βρέθηκαν να λειτουργούν ως επιστημονική κάλυψη των πολιτικών επιλογών. Δέχτηκαν να προσδώσουν το κύρος της επιστήμης σε αποφάσεις και οδηγίες που, σε πολλές περιπτώσεις, υπαγορεύονταν πρωτίστως από πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες.

Ο Σωτήρης Τσιόδρας έμπαινε καθημερινά στα σπίτια των Ελλήνων την περίοδο της πανδημίας, με ένα δημόσιο προφίλ που έμοιαζε σχεδόν φτιαγμένο για να εμπνέει συμπάθεια και εμπιστοσύνη. Χαμηλών τόνων, σεμνός, με εκείνη τη χαρακτηριστική συγκίνηση στη φωνή, ταπεινός στην παρουσία του αλλά απόλυτος στις διατυπώσεις του. Για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έγινε το πρόσωπο της επιστημονικής αλήθειας.

Ο κόσμος τον εμπιστευόταν. Τουλάχιστον όσο πίστευε ότι ο λοιμωξιολόγος μιλούσε εξ ονόματος των ιατρικών δεδομένων και όχι εκ μέρους των πολιτικών επιθυμιών του Μαξίμου.

Κορονοϊός: Σωτήρης Τσιόδρας και Άντονι Φάουτσι- Οι παράλληλοι βίοι και η «ένοχη σιωπή»- Ο ένας υπό κράτηση κι ο άλλος στο…απυρόβλητο

Την άνοιξη του 2020, ο Τσιόδρας έδωσε δημόσια μια οδηγία που εκ των υστέρων αποδείχθηκε εξαιρετικά προβληματική. Υποστήριζε ότι η χρήση μάσκας από τον γενικό πληθυσμό δεν συστηνόταν. Θα ήταν, όμως, πιο καθαρό και πιο υπεύθυνο να είχε ειπωθεί η πραγματικότητα της εποχής: ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις σε μάσκες και ότι η Πολιτεία δεν διέθετε επαρκή αποθέματα για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού. Αντί γι’ αυτό, δόθηκε προς την κοινωνία ένα μήνυμα που μπορούσε να εκληφθεί ως αποθάρρυνση από τη χρήση ενός μέσου προστασίας.

Στην αρχή, ο Τσιόδρας φαίνεται πως αποδέχθηκε, αν όχι κολακεύτηκε, από την πρωτοφανή προβολή που του εξασφάλισε η κυβέρνηση. Όσο περνούσε, όμως, ο καιρός και γινόταν όλο και πιο φανερό ότι το πρόσωπό του λειτουργούσε ως το «συμπαθές» και αξιόπιστο επιστημονικό περιτύλιγμα κυβερνητικών αποφάσεων, γεννιόταν ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν αντέδρασε;

Γιατί δεν μίλησε ανοιχτά όταν διαπίστωσε ότι η επιστημονική γνώμη έμπαινε σε δεύτερη μοίρα και ότι οι πολιτικές αποφάσεις είχαν ήδη ληφθεί;

Στην επιτροπή των ειδικών, όπως υποστήριξε αργότερα η δημόσια συζήτηση, οι επιστήμονες δεν είχαν πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Η κυβέρνηση ήταν εκείνη που έπαιρνε τις κρίσιμες αποφάσεις και στη συνέχεια χρησιμοποιούσε την επιτροπή ως το επιστημονικό τους άλλοθι. Υπουργοί, όπως ο Σκέρτσος και ο Γεραπετρίτης, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις, ενώ οι επιστήμονες καλούνταν να γνωμοδοτήσουν μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες είχαν ήδη χαράξει τον δρόμο.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ήταν το άνοιγμα του τουρισμού. Ο Τσιόδρας φέρεται να διαφωνούσε με ένα άνοιγμα που πραγματοποιήθηκε βιαστικά, μαζικά και χωρίς τους ελέγχους που απαιτούσαν οι συνθήκες. Όμως δεν σταμάτησε τον πρωθυπουργό. Δεν βγήκε δημόσια να τον εκθέσει. Δεν ύψωσε τη φωνή του όταν οι προειδοποιήσεις της επιστήμης συγκρούονταν με τις ανάγκες της οικονομίας.

Κι εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά στα νοσοκομεία. Χωρίς επαρκή οξυγόνο, χωρίς διαθέσιμες ΜΕΘ, χωρίς την πρόσβαση στις θεραπείες που θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει την έκβαση πολλών περιστατικών.

Όταν η αντιπολίτευση έφτασε να ζητά τη δημοσιοποίηση των πρακτικών της επιτροπής, το αίτημα δεν αφορούσε πλέον μια τυπική διαδικασία. Αφορούσε την ίδια τη δημοκρατική λογοδοσία. Και εκεί, ο Τσιόδρας επέλεξε να προστατεύσει την κυβέρνηση αντί να αποκαλύψει τι ακριβώς είχε συμβεί πίσω από τις κλειστές πόρτες των συνεδριάσεων.

Όταν ο ιός αφέθηκε να επελαύνει ανεξέλεγκτος, ο Τσιόδρας επιχείρησε να κρατήσει απόσταση από την επιστημονική ευθύνη για τις κυβερνητικές επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από τις αποφάσεις για μια οικονομία που έπρεπε να παραμείνει ορθάνοιχτη, ακόμη και όταν το υγειονομικό κόστος γινόταν βαρύτερο. Όμως η αποστασιοποίηση δεν ήταν εύκολη.

Γιατί, όταν ένας επιστήμονας επιλέγει να μη μιλήσει καθαρά μπροστά σε μια κρίσιμη κατάσταση, η σιωπή του δεν μένει ουδέτερη. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μετατρέπεται σε συνενοχή με εκείνον που αποφασίζει.

Τον Δεκέμβριο του 2021, όταν ασθενείς που χρειάζονταν ΜΕΘ παρέμεναν εκτός εντατικών μονάδων, η κατάσταση στο ΕΣΥ είχε γίνει δραματική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα της Βουλής, κορύφωσε την κυβερνητική ανευθυνότητα λέγοντας:

«Δεν έχω ένδειξη ότι έχουμε μεγαλύτερη θνησιμότητα στους ασθενείς που είναι διασωληνωμένοι εκτός ΜΕΘ. Εχετε εσείς; Φέρτε τη».

Λίγο αργότερα, η μελέτη Τσιόδρα – Λύτρα έμελλε να δώσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η έρευνα ανέδειξε το τεράστιο πρόβλημα της θνησιμότητας των διασωληνωμένων ασθενών εκτός ΜΕΘ και έφερε στο προσκήνιο μια πραγματικότητα που η κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.

Ο πρωθυπουργός είχε μιλήσει στη Βουλή για ένα ζήτημα για το οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, υπήρχαν ήδη σοβαρές επιστημονικές ενδείξεις. Και το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο τι γνώριζε η κυβέρνηση, αλλά και πότε το γνώριζε.

Ο Τσιόδρας είχε, με τη μελέτη εκείνη, επιχειρήσει να αποτυπώσει επιστημονικά την πραγματικότητα. Ήταν όμως πλέον αργά. Η πολιτική διαχείριση της πανδημίας είχε αφήσει το αποτύπωμά της και το πρόσωπο που για μήνες είχε ταυτιστεί με την επιστημονική ενημέρωση είχε ήδη αρχίσει να αποσύρεται από το προσκήνιο.

Η κυβέρνηση, αφού τον χρησιμοποίησε επαρκώς ως το πρόσωπο της επιστημονικής εγκυρότητας, σταδιακά τον απομάκρυνε από τη δημόσια θέα. Ένα νέο πρόσωπο, ο Χαρδαλιάς, ανέλαβε να γίνει το επικοινωνιακό πρόσωπο της επόμενης φάσης.

Και όταν αργότερα επανήλθε η συζήτηση για τις μελέτες του Λύτρα, η επιστημονική υπογραφή του Τσιόδρα απουσίαζε. Εκείνος που κάποτε έμπαινε κάθε απόγευμα στα σπίτια εκατομμυρίων Ελλήνων, εκείνος που είχε γίνει συνώνυμο της πανδημικής ενημέρωσης, έμοιαζε πλέον σαν να είχε διαγραφεί από το κάδρο.

Στην Αμερική, την ίδια ώρα, ο Άντονι Φάουτσι κλήθηκε να καταθέσει σε ακρόαση στη Γερουσία, με ένα από τα βασικά ζητήματα να αφορά την προέλευση του ιού.

Το ερώτημα ήταν απλό στη διατύπωσή του, αλλά εξαιρετικά βαρύ στις συνέπειές του: γιατί, ενώ δημοσίως υποστήριζε τη φυσική προέλευση του ιού, σε ιδιωτικές καταχωρίσεις στο ημερολόγιό του, οι οποίες αποκαλύφθηκαν πρόσφατα, εμφανιζόταν να θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο ο ιός να είχε προέλθει από εργαστήριο;

Ο Φάουτσι επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία -κάτι σαν το αμερικανικό αντίστοιχο «δικαίωμα στη σιωπή»- και αρνήθηκε να καταθέσει για την προέλευση του Covid-19. Το έκανε, υποστήριξε, επειδή οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν μένος εναντίον του και θέλουν «να με κάνουν να πω κάτι -οτιδήποτε- που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις επανειλημμένες δημόσιες δεσμεύσεις ότι θα καταλήξω πίσω από τα κάγκελα».

Όμως ο Φάουτσι δεν απάντησε σε καμία ερώτηση. Επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία και επέλεξε τη σιωπή ακόμη και όταν γερουσιαστής τον κατηγόρησε ότι «κατά τη διάρκεια της πανδημίας πλούτισες, έτσι δεν είναι; Πλούτισες ενώ οι άνθρωποι πέθαιναν».

Και ο Φάουτσι σιώπησε ακόμη και απέναντι σε αυτή την κατηγορία, την ώρα που είχε ήδη δημοσιοποιηθεί η πληροφορία ότι η προσωπική του περιουσία αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 5 εκατ. δολάρια στη διάρκεια της πανδημίας.

Δύο άνθρωποι, δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο διαφορετικές χώρες. Ο ένας, ο Φάουτσι, περισσότερο θρασύς, δημόσιος σταρ μιας ολόκληρης εποχής. Ο άλλος, ο Τσιόδρας, περισσότερο «ταπεινός», χαμηλόφωνος και συγκρατημένος. Κι όμως, πίσω από τις διαφορετικές τους δημόσιες εικόνες, η κατάληξη μοιάζει ανατριχιαστικά κοινή.

Και οι δύο θωρακίστηκαν από την πολιτική εξουσία με επίσημα, προκαταβολικά συγχωροχάρτια. Και οι δύο παρουσιάστηκαν ως οι άνθρωποι της επιστήμης σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία. Και οι δύο, όμως, βρέθηκαν τελικά να υπηρετούν, με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό, τις ανάγκες της πολιτικής διαχείρισης.

Συστήθηκαν ως επιστήμονες.

Κατέληξαν εντολοδόχοι της πολιτικής.

Και όταν ήρθε η ώρα της λογοδοσίας, η σιωπή αποδείχθηκε πιο βολική από την αλήθεια.

Exit mobile version