Κυψέλη: «Είχε βίαιες αντιδράσεις όταν ήταν έφηβος»- Ο χρηματοδότης «θείος», οι δεσμίδες μετρητών και τα αναπάντητα ερωτήματα-Νέα στοιχεία για τον Αφγανό δολοφόνο της 38χρονης Βρετανίδας

Νέα στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες πτυχές της ζωής του 26χρονου Αφγανού Σαρίφ Αχμαντζάι, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος στην Κυψέλη, έρχονται στο προσκήνιο μετά την απόφαση για την προφυλάκισή του.

Κυψέλη: «Είχε βίαιες αντιδράσεις όταν ήταν έφηβος»- Ο χρηματοδότης «θείος», οι δεσμίδες μετρητών και τα αναπάντητα ερωτήματα-Νέα στοιχεία για τον Αφγανό δολοφόνο της 38χρονης Βρετανίδας

Οι Αρχές συνεχίζουν να ξετυλίγουν το κουβάρι της υπόθεσης, εξετάζοντας τόσο τις κινήσεις του πριν από το έγκλημα όσο και το παρελθόν του.

Στο μικροσκόπιο των ερευνητών βρίσκεται πλέον και η οικονομική του δραστηριότητα, καθώς προκύπτουν αναφορές για σημαντικά χρηματικά ποσά που φέρεται να είχε στην κατοχή του, χωρίς να είναι γνωστή η προέλευσή τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η σύζυγός του είχε καταθέσει πως ο 26χρονος εμφανιζόταν κατά διαστήματα στο σπίτι κρατώντας δεσμίδες μετρητών. Όταν εκείνη τον ρωτούσε από πού προέρχονταν τα χρήματα, εκείνος απαντούσε ότι του τα έδινε ένας «θείος», πρόσωπο το οποίο, όπως υποστήριξε η ίδια, δεν είχε συναντήσει ποτέ.

Μάλιστα, η σύζυγος του κατηγορούμενου παρέδωσε στους αστυνομικούς το ποσό των 2.500 ευρώ, χρήματα που – σύμφωνα με όσα κατέθεσε – της είχε δώσει ο ίδιος μετά τη δολοφονία.

Οι αστυνομικές Αρχές διερευνούν εάν τα χρήματα συνδέονται με κάποια άγνωστη δραστηριότητα, ενώ εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο ο μυστηριώδης «θείος» να μην υπήρξε ποτέ και να αποτελεί κατασκευασμένη εξήγηση για την προέλευση των χρημάτων.

Οι Αμερικανοί που τον φιλοξένησαν στη Λέσβο προσπαθούν να εξηγήσουν το αδιανόητο

Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες του ζευγαριού των Αμερικανών που είχε φιλοξενήσει τον Αχμαντζάι στη Λέσβο, όταν εκείνος είχε φτάσει παράνομα στην Ελλάδα το 2016 ως ανήλικος πρόσφυγας.

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα Daily Mail, οι δύο άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα του εκείνα τα δύσκολα χρόνια δηλώνουν συγκλονισμένοι από τις εξελίξεις, αδυνατώντας να συνδέσουν τον έφηβο που γνώρισαν τότε με τον άνθρωπο που σήμερα κατηγορείται για ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα.

«Όταν άκουσα τα νέα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ήταν αλήθεια. Ούτε σε ένα εκατομμύριο χρόνια», ανέφερε η γυναίκα που τον είχε αντιμετωπίσει σαν παιδί της.

Όπως είπε, «δεν μοιάζει καθόλου αληθινό» και πρόσθεσε:

«Συνεχίζω να σκέφτομαι ότι θα ξυπνήσω και θα είναι ένας εφιάλτης. Είμαι συντετριμμένη. Δεν μπορώ να βγάλω νόημα από όλο αυτό. Είναι σαν να έχω την καρδιά μιας μητέρας γι’ αυτό το αγόρι, που πλέον είναι ένας ενήλικος άνδρας».

Το ζευγάρι γνώρισε τον Αχμαντζάι το 2016 στη Μόρια της Λέσβου, όπου συμμετείχε σε ανθρωπιστική αποστολή. Εκείνος, μόλις 16 ετών τότε, εργαζόταν ως μεταφραστής για οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στον καταυλισμό.

Όπως περιέγραψαν, μετά από μεγάλη φωτιά που κατέστρεψε τον χώρο όπου διέμενε και ο νεαρός έχασε όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, αποφάσισαν να του ανοίξουν το σπίτι τους.

«Όταν κάηκε ο καταυλισμός, πήρα εκείνον και άλλα δύο παιδιά στο σπίτι περίπου στις πέντε το πρωί. Εκείνος έμεινε, οι άλλοι έφυγαν», δήλωσε ο άνδρας, προσθέτοντας: «Κατά κάποιον τρόπο τον κρατήσαμε μαζί μας. Τον υιοθετήσαμε λίγο».

Με το πέρασμα του χρόνου, όπως εξηγούν, η σχέση τους απέκτησε οικογενειακό χαρακτήρα. Ο Αχμαντζάι τούς αποκαλούσε «μαμά» και «μπαμπά», ενώ ανέπτυξε στενούς δεσμούς και με τα παιδιά της οικογένειας.

Ο 26χρονος παρέμεινε μαζί τους σχεδόν δύο χρόνια στη Λέσβο, ενώ η τελευταία φορά που συναντήθηκαν, σύμφωνα με τους ίδιους, ήταν το 2019.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε λόγω των τραυματικών εμπειριών του, οι άνθρωποι που τον γνώρισαν τότε επιμένουν ότι δεν είχαν διακρίνει στοιχεία ακραίας βίας στον χαρακτήρα του.

«Απολύτως όχι», απάντησε ο άνδρας όταν ρωτήθηκε αν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Όπως ανέφερε, ο νεαρός είχε δυσκολίες, όπως πολλοί άνθρωποι που έχουν περάσει τραυματικές εμπειρίες, όμως «συνήθως επρόκειτο για αντιδράσεις απέναντι σε στιγμές που λυπόταν τον εαυτό του».

Η σύζυγός του χαρακτήρισε εκείνη τη συμπεριφορά ως «φυσιολογικά εφηβικά πράγματα», επισημαίνοντας ότι είχε μεγαλώσει μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.

Ο ίδιος, πάντως, αναγνωρίζει πως τα χρόνια που μεσολάβησαν μπορεί να άλλαξαν τον χαρακτήρα του.

«Οτιδήποτε πω είναι εικασία. Αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Σαρίφ που γνώριζα ως έφηβο δεν είναι ο Σαρίφ του σήμερα».

Κυψέλη: «Είχε βίαιες αντιδράσεις όταν ήταν έφηβος»- Ο χρηματοδότης «θείος», οι δεσμίδες μετρητών και τα αναπάντητα ερωτήματα-Νέα στοιχεία για τον Αφγανό δολοφόνο της 38χρονης Βρετανίδας

Από το Αφγανιστάν στη Λέσβο

Ο Αχμαντζάι είχε περιγράψει στο παρελθόν τη δραματική διαδρομή που ακολούθησε μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εγκατέλειψε το Αφγανιστάν έπειτα από διαδοχικές οικογενειακές τραγωδίες.

Όπως είχε αναφέρει, ο πατέρας του και ένας από τους αδελφούς του σκοτώθηκαν από τους Ταλιμπάν, ενώ η μητέρα του, μία αδελφή και ακόμη ένας αδελφός έχασαν τη ζωή τους σε βομβιστική επίθεση.

Ακολούθησε ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι μέσω Πακιστάν, Ιράν και Τουρκίας, μέχρι να φτάσει στη Λέσβο το 2016. Αργότερα ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και δραστηριοποιήθηκε σε ανθρωπιστικές οργανώσεις.

Στο ίδιο περιβάλλον γνώρισε την Αμερικανίδα εθελόντρια που αργότερα έγινε σύζυγός του. Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 2023 και απέκτησαν ένα παιδί.

Η υπόθεση της δολοφονίας

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 26χρονος φέρεται να δολοφόνησε στις 15 Ιουλίου την 38χρονη Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος και στη συνέχεια να μετέφερε τη σορό της μέσα σε βαλίτσα, την οποία εγκατέλειψε σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Αθήνα.

Η Βρετανίδα εργαζόταν σε χριστιανική ανθρωπιστική οργάνωση και γνώριζε τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τη σύζυγό του. Σύμφωνα με πληροφορίες από την έρευνα, ήταν η σύζυγος του 26χρονου εκείνη που απευθύνθηκε στις Αρχές όταν άρχισε να θεωρεί ύποπτες τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του.

Πριν οδηγηθεί ενώπιον της ανακρίτριας, ο Αχμαντζάι αρνιόταν οποιαδήποτε εμπλοκή στον θάνατο της 38χρονης, υποστηρίζοντας πως τη βρήκε ήδη νεκρή και πως οι μετέπειτα ενέργειές του οφείλονταν στον πανικό.

«Δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε κανέναν. Θέλω να με καταλάβετε και να με πιστέψετε. Απλώς πανικοβλήθηκα», φέρεται να είχε αναφέρει.

Κατά την απολογία του, ωστόσο, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, αποφεύγοντας να απαντήσει στις ερωτήσεις των δικαστικών λειτουργών. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίθηκε προφυλακιστέος.

Οι έρευνες των Αρχών συνεχίζονται με στόχο να αποσαφηνιστούν πλήρως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή της η 38χρονη Βρετανίδα, αλλά και να διερευνηθεί κάθε πιθανή πτυχή της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της προέλευσης των χρημάτων που φέρεται να διακινούσε ο κατηγορούμενος.

Exit mobile version