Μέση Ανατολή: Πώς θα έμοιαζε ένας πόλεμος με το Ιράν – Το σενάριο του «αποκεφαλισμού» και η παγίδα του Τραμπ

Η ένταση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης φαίνεται να έχει κορυφωθεί, πλησιάζοντας σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί εδώ και χρόνια.

Μέση Ανατολή: Πώς θα έμοιαζε ένας πόλεμος με το Ιράν – Το σενάριο του «αποκεφαλισμού» και η παγίδα του Τραμπ

Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι δύο χώρες βρίσκονται στα πρόθυρα ενός παραδοσιακού πολέμου. Το πιθανότερο σενάριο δεν περιλαμβάνει αμερικανική εισβολή ή έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο. Αντιθέτως, επικεντρώνεται σε ένα στοχευμένο και περιορισμένο στρατιωτικό πλήγμα, σχεδιασμένο όχι για να τερματίσει τις διαπραγματεύσεις, αλλά για να επαναδιαμορφώσει τις ισορροπίες και να επηρεάσει τη διαπραγματευτική δυναμική.

Τις τελευταίες εβδομάδες, αυτή η σύνθετη κατάσταση έχει γίνει αδύνατον να αγνοηθεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει σημαντικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, ενώ Ιρανοί αξιωματούχοι παραμένουν σταθεροί, δηλώνοντας ότι δεν προτίθενται να υποχωρήσουν υπό πίεση.

Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο πλευρές συνεχίζουν να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας, με συζητήσεις για πιθανές διαπραγματεύσεις να εξελίσσονται ταυτόχρονα με την κλιμάκωση. Αυτή η φαινομενική αντίφαση, σύμφωνα με τους Arash Reisinezhad (LSE) και Arsham Reisinezhad (Πανεπιστήμιο του Έσσεξ), αντικατοπτρίζει μια γνωστή λογική της διεθνούς πολιτικής: η στρατιωτική ισχύς ή η απειλή αυτής να χρησιμοποιείται ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.

Παράλληλα, διεξάγονται αθόρυβες αλλά σημαντικές συνομιλίες στο Ομάν. Αυτές δεν έρχονται σε αντίθεση με την κλιμάκωση, αλλά αποτελούν μέρος της ίδιας στρατηγικής: η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση συχνά λειτουργούν παράλληλα, όχι διαδοχικά, στο πλαίσιο ενός πολυσύνθετου πολιτικού παιχνιδιού.

Από την πλευρά της Ουάσινγκτον, το Ιράν φαίνεται σήμερα πιο ευάλωτο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή την τελευταία δεκαετία. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει στρατιωτικούς πόρους, όπως πυραύλους και drones, αλλά η αποτρεπτική της ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τον εξοπλισμό. Κεντρικό ρόλο παίζει η αξιοπιστία: η ικανότητα της να πλήξει αποτελεσματικά τους αντιπάλους της σε πολλαπλά μέτωπα έχει μειωθεί σημαντικά.

Τα δύο στρατόπεδα και το δίλημμα του Τραμπ

Στην Ουάσινγκτον, η εσωτερική συζήτηση για το πώς να αξιοποιηθεί η συγκυρία έχει διχάσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Το πρώτο στρατόπεδο θεωρεί ότι η παρούσα στιγμή αποτελεί ευκαιρία για αύξηση της πίεσης. Το Ιράν, υποστηρίζουν, είναι στρατηγικά εγκλωβισμένο και ευάλωτο. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις δεν πρέπει να υπηρετούν τη διατήρηση του status quo, αλλά να αποσπάσουν τη μέγιστη δυνατή υποχώρηση σε θέματα πυρηνικού προγράμματος, πυραύλων και περιφερειακών συμμάχων.

Το δεύτερο στρατόπεδο αντιτείνει ότι η πίεση μπορεί να αξιοποιηθεί για θετικά αποτελέσματα. Από αυτή την οπτική, η τρέχουσα συγκυρία δίνει στον Τραμπ την ευκαιρία να εμφανιστεί ως νικητής χωρίς να εμπλακεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, ο Τραμπ αντιμετωπίζει ένα αυτοδημιούργητο δίλημμα: οι επανειλημμένες δεσμεύσεις του υπέρ των Ιρανών διαδηλωτών και η συστηματική αμφισβήτηση της νομιμότητας της ιρανικής ηγεσίας έχουν ανεβάσει υψηλά τις προσδοκίες, εντός και εκτός ΗΠΑ. Αν αδρανήσει, κινδυνεύει να φανεί αδύναμος. Αν κλιμακώσει σε έναν γενικευμένο πόλεμο, θα συγκρουστεί με την πολιτική ταυτότητα που έχει καλλιεργήσει ως αντίπαλος των «αιώνιων πολέμων».

Μέση Ανατολή: Πώς θα έμοιαζε ένας πόλεμος με το Ιράν – Το σενάριο του «αποκεφαλισμού» και η παγίδα του Τραμπ

Το περιορισμένο πλήγμα ως στρατηγικό εργαλείο

Αυτός είναι ο λόγος που οι ΗΠΑ προκρίνουν ένα περιορισμένο, «χειρουργικό» πλήγμα αντί για εισβολή. Ένα τέτοιο πλήγμα στέλνει μήνυμα αποφασιστικότητας, ικανοποιεί τα «γεράκια» στο εσωτερικό της χώρας, διατηρεί τις δεσμεύσεις Τραμπ κατά των μακροχρόνιων συγκρούσεων και, κυρίως, αναδιαμορφώνει το πλαίσιο διαπραγμάτευσης για μελλοντικές συζητήσεις. Η εμπειρία από τη στρατιωτική παρέμβαση στη Βενεζουέλα έχει ενισχύσει την πίστη ότι αυτό το μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά.

Οι κίνδυνοι μιας εισβολής

Οι Reisinezhad τονίζουν ότι μια εισβολή στο Ιράν θα ήταν στρατηγικά παράλογη: το κόστος θα ήταν τεράστιο, οι συνέπειες απρόβλεπτες και η εσωτερική στήριξη αμφίβολη. Οι ΗΠΑ έχουν τη στρατιωτική δυνατότητα, όχι όμως την πολιτική ή στρατηγική αιτιολόγηση για να προχωρήσουν. Η εμπειρία του Ιράκ παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη, ενώ η πολυπλοκότητα του Ιράν καθιστά οποιαδήποτε επέμβαση εξαιρετικά επικίνδυνη.

Ένας παρατεταμένος χερσαίος πόλεμος θα απορροφούσε πόρους που οι ΗΠΑ χρειάζονται για την αντιμετώπιση της Κίνας, ενώ ακόμη και μια αρχική επιτυχία δεν εγγυάται την κατάρρευση του καθεστώτος λόγω της ανθεκτικής και δικτυωμένης πολιτικής δομής του Ιράν. Για αυτό, η συζήτηση μετατοπίζεται προς περιορισμένα πλήγματα, που στοχεύουν στην ηγεσία και κρίσιμες υποδομές, χωρίς να επιδιώκεται πλήρης κατάληψη ή κατοχή.

Το παράδοξο της τρέχουσας συγκυρίας

Η αντίδραση του Ιράν παραμένει ο μεγαλύτερος άγνωστος παράγοντας. Η Τεχεράνη μπορεί να επιλέξει περιορισμένες, συμβολικές ενέργειες για να διαφυλάξει το κύρος της, όπως έμμεσες δράσεις μέσω περιφερειακών εταίρων ή οριοθετημένα χτυπήματα με πυραύλους και drones. Εναλλακτικά, μπορεί να αμφισβητήσει πλήρως τη λογική της αμερικανικής υπεροχής, επεκτείνοντας την κλιμάκωση για να δοκιμάσει την ικανότητα της Ουάσινγκτον να ελέγξει τον ρυθμό και την έκταση της σύγκρουσης.

Έτσι, η τρέχουσα συγκυρία παραμένει εκρηκτική. Η πιθανή αλληλουχία δεν είναι διαπραγμάτευση ακολουθούμενη από βία, αλλά χρήση βίας που οδηγεί σε διαπραγματεύσεις: πρώτα ένα πλήγμα, μετά η αντίδραση του Ιράν, έπειτα νέες απειλές και μόνο μετά ξεκινούν σοβαρές συνομιλίες.

Το βασικό παράδοξο της στρατηγικής ισχύος, όπως καταλήγουν οι Reisinezhad, είναι ότι χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί ο πόλεμος, αλλά εν τέλει μπορεί να τον φέρει πιο κοντά. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα χρησιμοποιηθεί βία, αλλά αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να ξεφύγει από τον έλεγχο και να οδηγήσει σε ανεπιθύμητη σύγκρουση.

Exit mobile version