Μέση Ανατολή: Πόσο ωφελείται τελικά ο Βλαντίμιρ Πούτιν από την συνέχιση του πολέμου στο Ιράν;

Το συμφέρον της Ρωσίας είναι να τερματιστεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή το ταχύτερο δυνατό.

Μέση Ανατολή: Πόσο ωφελείται τελικά ο Βλαντίμιρ Πούτιν από την συνέχιση του πολέμου στο Ιράν;

Αυτή ήταν η θέση που διατύπωσε ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια του ετήσιου Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, την Πέμπτη. Ωστόσο, πολλοί θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν κατά πόσο η δήλωση αυτή αντανακλούσε πλήρως τις πραγματικές επιδιώξεις της Μόσχας.

Η σχετική τοποθέτηση ήρθε ως απάντηση σε ερώτηση που αφορούσε τα πιθανά οφέλη της Ρωσίας από την άνοδο των τιμών της ενέργειας, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την κλιμάκωση της έντασης γύρω από το Ιράν και τις αναταράξεις που καταγράφονται σε κρίσιμες παγκόσμιες θαλάσσιες οδούς. Ο Πούτιν έσπευσε να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των κερδών, χαρακτηρίζοντάς τα «προσωρινά», και υποστήριξε ότι η βασική επιδίωξη της Ρωσίας παραμένει η διασφάλιση μιας σταθερής και προβλέψιμης διεθνούς τάξης σε βάθος χρόνου.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα οφέλη που αποκομίζει η Μόσχα από τη νέα γεωπολιτική αναταραχή δεν περιορίζονται μόνο στα οικονομικά μεγέθη ή στα αυξημένα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας. Η Ρωσία παρακολουθεί με εμφανή ικανοποίηση την πίεση που δέχεται ο μεγάλος στρατηγικός της αντίπαλος, οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν μια ακόμη σοβαρή κρίση σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή του πλανήτη. Ταυτόχρονα, το Κρεμλίνο έχει την ευκαιρία να μελετήσει σε πραγματικό χρόνο τις μεταβολές που συντελούνται στη φύση του σύγχρονου πολέμου, όπου τεχνολογικές καινοτομίες και ασύμμετρες τακτικές επιτρέπουν συχνά σε φαινομενικά ασθενέστερους παίκτες να αποκτούν απροσδόκητα πλεονεκτήματα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ένοικος του Κρεμλίνου επέλεξε να εκφραστεί με ιδιαίτερα θερμά λόγια για την Τεχεράνη. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λαός του Ιράν έχει αποδείξει ότι τα συμφέροντά του πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Έχει δείξει συνοχή και τη θέλησή του να αγωνιστεί. Διατηρούμε επαφές με τους Ιρανούς φίλους μας και ελπίζουμε ότι αυτό θα οδηγήσει σε θετικό αποτέλεσμα», είπε.

Σε ρόλο επίδοξου μεσολαβητή

Παράλληλα, η Ρωσία έχει κάθε λόγο να βλέπει θετικά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να μοιράσει την προσοχή και τους πόρους της ανάμεσα σε πολλαπλές κρίσεις, με αποτέλεσμα η ουκρανική σύγκρουση να παύει να αποτελεί το αποκλειστικό κέντρο βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. «Η κρίση στην Ουκρανία είναι τοπική, ενώ αυτή περί το Ιράν έχει παγκόσμιο χαρακτήρα», δήλωσε ο Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική ηγεσία «αναγκάστηκε να ασχοληθεί πρωτίστως με αυτό το ζήτημα».

Ο Ρώσος πρόεδρος επανέφερε επίσης τη θέση της Μόσχας υπέρ μιας πολιτικής και διπλωματικής διευθέτησης των ανησυχιών που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να αναζητηθούν τεχνικές λύσεις υπό τη διεθνή εποπτεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, μέσω διαδικασιών που θα περιόριζαν τους φόβους για στρατιωτική αξιοποίηση του εμπλουτισμένου ουρανίου.

Χαρακτηρίζοντας το Ιράν φιλική χώρα με την οποία η Ρωσία έχει οικοδομήσει σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ο Πούτιν εμφανίστηκε πρόθυμος να αναλάβει ακόμη και διαμεσολαβητικό ρόλο. Υπογράμμισε ότι η Μόσχα διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει την Τεχεράνη να αποφύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να διευρύνουν περαιτέρω τη σύγκρουση. Στο ίδιο πλαίσιο υπενθύμισε ότι «στο πλαίσιο των γεγονότων γύρω από το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ, η τραγωδία της Παλαιστίνης έχει κατά κάποιον τρόπο ξεχαστεί, αλλά δεν έχει πάει πουθενά».

Μια σχέση που υπερβαίνει τις συγκυρίες

Όσο κι αν επιχειρεί να εμφανιστεί ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος παρατηρητής, ο Πούτιν γνωρίζει ότι κάθε μεγάλη αναταραχή στη Μέση Ανατολή μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας και στην οικονομία. Επιπλέον, η Ρωσία μόνο αμέτοχη δεν είναι στις εξελίξεις της περιοχής. Διαθέτει μακρά ιστορία εμπλοκής στη Μέση Ανατολή, σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα, ισχυρή διπλωματική παρουσία και ολοένα στενότερες σχέσεις με τον μουσουλμανικό κόσμο.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η Μόσχα έχει εμπλακεί στρατιωτικά στον πόλεμο προς όφελος του Ιράν. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν παραπλανητική, σημειώνει σε ανάλυσή του για το Ρωσικό Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων ο Πακιστανός διπλωμάτης Ζαχίρ Αχμέντ Αουάν. Κατά την εκτίμησή του, η συμβολή της Ρωσίας υπήρξε περισσότερο υπολογισμένη και στρατηγικά σχεδιασμένη.

Μέση Ανατολή: Πόσο ωφελείται τελικά ο Βλαντίμιρ Πούτιν από την συνέχιση του πολέμου στο Ιράν;

Η Μόσχα λειτούργησε κυρίως ως πολιτικός και διπλωματικός ασπίδα για την Τεχεράνη, απορρίπτοντας κάθε λογική που αντιμετωπίζει το Ιράν ως κράτος του οποίου η κυριαρχία μπορεί να παραβιάζεται χωρίς κόστος. Με αυτόν τον τρόπο συνέβαλε ώστε η Ισλαμική Δημοκρατία να μην βρεθεί απομονωμένη και εκτεθειμένη στη διεθνή σκηνή.

Θεμέλιο αυτής της προσέγγισης αποτελεί η σταθερά ενισχυόμενη στρατηγική σύμπλευση Ρωσίας και Ιράν. Τον Ιανουάριο του 2025 οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία συνολικής στρατηγικής συνεργασίας διάρκειας είκοσι ετών, η οποία εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα τομέων: από την ασφάλεια και την άμυνα έως την ενέργεια, την ειρηνική πυρηνική συνεργασία, το εμπόριο και τον συντονισμό σε περιφερειακά ζητήματα.

Η σημασία της συμφωνίας ξεπερνά κατά πολύ τον συμβολισμό. Αποτυπώνει τη βούληση των δύο πλευρών να οικοδομήσουν μια σχέση με ορίζοντα δεκαετιών και όχι μια συγκυριακή συμμαχία που εξαρτάται από τις εκάστοτε κρίσεις. Η Μόσχα και η Τεχεράνη εμφανίζονται αποφασισμένες να στηρίξουν ένα μοντέλο διεθνών σχέσεων περισσότερο πολυπολικό, βασισμένο στην υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και στην αντίσταση απέναντι σε μονομερείς πιέσεις.

Για το Ιράν, η συνεργασία αυτή προσφέρει κρίσιμο διπλωματικό και στρατηγικό βάθος. Για τη Ρωσία, ενισχύει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, την Κασπία και τον ευρασιατικό χώρο. Οι δύο χώρες μοιράζονται κοινές ανησυχίες απέναντι στις δυτικές κυρώσεις και στις πολιτικές πιέσεις που δέχονται, ενώ συγκλίνουν στην αντίληψη ότι η διεθνής τάξη δεν θα πρέπει να καθορίζεται από ένα και μόνο κέντρο ισχύος. Αυτή η κοινή θεώρηση του διεθνούς περιβάλλοντος έχει λειτουργήσει ως καταλύτης για την περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεών τους, ιδιαίτερα στη διάρκεια της παρούσας κρίσης.

Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη ρωσική στάση

Πρώτος και βασικότερος παράγοντας είναι η ανάγκη διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας. Η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό παράγοντα για τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και κάθε σοβαρή αναταραχή επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και το παγκόσμιο εμπόριο. Ως μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές δυνάμεις του κόσμου, η Ρωσία έχει άμεσο συμφέρον να αποφεύγεται ένα ανεξέλεγκτο σπιράλ αστάθειας που θα μπορούσε να αποβεί τελικά επιζήμιο ακόμη και για τους προσωρινά ωφελημένους.

Δεύτερος παράγοντας είναι η επιθυμία της να διατηρήσει και να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην περιοχή. Η εμπλοκή της στη Συρία, η στρατιωτική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις που έχει καλλιεργήσει με σειρά περιφερειακών κυβερνήσεων διασφαλίζουν στη Μόσχα ρόλο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.

Τρίτον, η Ρωσία επιδιώκει να προβάλλεται ως εναλλακτικός πόλος απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζει δυτικό παρεμβατισμό. Η θέση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της αφήγησης. Η Μόσχα υποστηρίζει ότι η περιοχή έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από πολέμους αλλαγής καθεστώτων, μονομερείς κυρώσεις, ξένες στρατιωτικές παρεμβάσεις και επιλεκτικές εφαρμογές του διεθνούς δικαίου. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με όλες τις ρωσικές θέσεις, το συγκεκριμένο μήνυμα εξακολουθεί να βρίσκει ευήκοα ώτα σε πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.

Τέλος, υπάρχει και μια εσωτερική διάσταση. Η Ρωσία διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τον μουσουλμανικό κόσμο όχι μόνο για λόγους εξωτερικής πολιτικής, αλλά και λόγω της δικής της κοινωνικής σύνθεσης. Εκατομμύρια μουσουλμάνοι πολίτες ζουν εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, σε περιοχές όπως το Ταταρστάν, το Μπασκορτοστάν, η Τσετσενία και το Νταγκεστάν. Παράλληλα, η Μόσχα έχει επενδύσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια στην ανάπτυξη πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών δεσμών με μουσουλμανικές χώρες, αξιοποιώντας θεσμούς και πρωτοβουλίες όπως η Ομάδα Στρατηγικού Οράματος Ρωσίας – Ισλαμικού Κόσμου και το Φόρουμ του Καζάν. Μέσα από αυτές τις γέφυρες επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή της σε έναν χώρο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαμόρφωση της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκακιέρας.

Exit mobile version