“Ο χρυσός του θανάτου” γέμισε τα θησαυροφυλάκια της Άγκυρας: Πώς βρέθηκε στην Τουρκία ο σκοτεινός χρυσός των ναζί και των θυμάτων του Ολοκαυτώματος;

Μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από επίσημες αμερικανικές εκθέσεις και ιστορικά δημοσιεύματα, τα οποία φωτίζουν τον ρόλο των λεγόμενων «ουδέτερων» κρατών στις οικονομικές συναλλαγές με τη ναζιστική Γερμανία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το καθεστώς του Αδόλφου Χίτλερ διοχέτευσε τεράστιες ποσότητες χρυσού που είχαν αφαιρεθεί από κατεχόμενες χώρες και από τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, προκειμένου να συντηρήσει την πολεμική του μηχανή και να εξασφαλίσει κρίσιμες πρώτες ύλες. Ανάμεσα στις χώρες που φέρονται να επωφελήθηκαν από αυτές τις συναλλαγές συγκαταλέγεται και η Τουρκία.

Η Άγκυρα, η οποία διατήρησε επί χρόνια καθεστώς ουδετερότητας πριν εισέλθει στον πόλεμο λίγο πριν από τη λήξη του, είδε τα κρατικά αποθέματα χρυσού να εκτοξεύονται σε επίπεδα που προκαλούν μέχρι σήμερα ερωτήματα.

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι πριν από το ξέσπασμα του πολέμου η Τουρκία διέθετε περίπου 27 τόνους χρυσού. Μέχρι την κατάρρευση του Γ΄ Ράιχ, τα αποθέματα αυτά είχαν αυξηθεί στους 216 τόνους. Η εντυπωσιακή αυτή άνοδος, ύψους 189 τόνων, αποδίδεται από ιστορικές έρευνες στις οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με τη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια της σύρραξης.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σχέση φέρεται να διαδραμάτισε το χρώμιο, ένα στρατηγικής σημασίας μετάλλευμα απαραίτητο για την κατασκευή αρμάτων μάχης, αεροσκαφών, πυρομαχικών και θωρακίσεων. Η Τουρκία αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές του συγκεκριμένου υλικού, το οποίο ήταν ζωτικής σημασίας για τη γερμανική πολεμική βιομηχανία.

Για να αποκτήσει πρόσβαση στις αναγκαίες πρώτες ύλες και στο απαιτούμενο συνάλλαγμα, το Βερολίνο φέρεται να αξιοποίησε το δίκτυο μεγάλων τραπεζικών οργανισμών. Ιστορικές αναφορές κατονομάζουν τη Deutsche Bank και τη Dresdner Bank ως βασικούς διαμεσολαβητές στη διάθεση του χρυσού προς ουδέτερες χώρες.

Κεντρικός κρίκος σε αυτή την αλυσίδα υπήρξε, σύμφωνα με την περίφημη έκθεση Eizenstat του 1997, η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας. Μέσω του ελβετικού τραπεζικού συστήματος διοχετεύθηκε το μεγαλύτερο μέρος των πολύτιμων μετάλλων που χρησιμοποιούσε το Γ΄ Ράιχ για τις διεθνείς συναλλαγές του. Εκτιμάται ότι χρυσός αξίας περίπου 300 εκατομμυρίων δολαρίων της εποχής κατέληξε σε χώρες όπως η Τουρκία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Σουηδία.

Η πιο ανατριχιαστική διάσταση της υπόθεσης αφορά την προέλευση μέρους αυτού του χρυσού. Ιστορικές πηγές κάνουν λόγο για τον διαβόητο «λογαριασμό Melmer», ο οποίος ελεγχόταν από τα SS και συγκέντρωνε τιμαλφή που αφαιρούνταν από τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Κοσμήματα, βέρες και ακόμη και χρυσά δόντια λιώνονταν και μετατρέπονταν σε ράβδους, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση των αναγκών του ναζιστικού καθεστώτος.

Μετά το τέλος του πολέμου, αρκετές χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με διεθνείς πιέσεις προκειμένου να επιστρέψουν περιουσιακά στοιχεία ή να συμβάλουν σε προγράμματα αποζημιώσεων για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Ωστόσο, η Τουρκία, αξιοποιώντας τις νέες γεωπολιτικές συνθήκες που δημιούργησε ο Ψυχρός Πόλεμος, δεν βρέθηκε στο επίκεντρο αντίστοιχων διαδικασιών λογοδοσίας.

Η υπόθεση του ναζιστικού χρυσού εξακολουθεί να προκαλεί έντονες ιστορικές και ηθικές συζητήσεις. Πέρα από τους αριθμούς και τις τραπεζικές συναλλαγές, υπενθυμίζει ότι πίσω από τις ράβδους χρυσού που άλλαξαν χέρια κρύβονταν οι περιουσίες και, σε πολλές περιπτώσεις, τα τελευταία ίχνη ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων που χάθηκαν στη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ού αιώνα.

Exit mobile version