Ο Τραμπ ψάχνει απεγνωσμένα το τέλος του πολέμου με το Ιράν – “Το Ισραήλ μας έσυρε στην καταστροφή…” υποστηρίζει η CIA

Ο Ντόναλντ Τραμπ πίστευε πως μια στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν θα εξελισσόταν σε μια γρήγορη και εντυπωσιακή νίκη, την οποία θα χρησιμοποιούσε ως απόδειξη της αμερικανικής ισχύος και της προσωπικής του πολιτικής κυριαρχίας. Αντί όμως για έναν θρίαμβο χωρίς κόστος, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια κρίση που αποκάλυψε τα όρια της επιρροής τους και την αδυναμία τους να επιβάλουν εύκολα τη θέλησή τους στη Μέση Ανατολή.

Την ίδια ώρα, μεγάλες αντιδράσεις προκαλούν οι δηλώσεις του πρώην επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ, Joe Kent, ο οποίος υποστήριξε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών γνώριζαν πως το Ιράν δεν κατασκεύαζε πυρηνικά όπλα πριν ξεσπάσει η σύγκρουση.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε δημόσια, τόσο η CIA όσο και άλλες υπηρεσίες είχαν εκτιμήσει ότι η Τεχεράνη δεν αποτελούσε άμεση πυρηνική απειλή, ενώ είχαν προειδοποιήσει ότι πιθανή επίθεση θα οδηγούσε το Ιράν σε αντίποινα εναντίον αμερικανικών βάσεων και σε αποκλεισμό των Στενών του Hormuz.

Ο ίδιος κατήγγειλε ακόμη ότι η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε στη σύγκρουση ύστερα από έντονες πιέσεις του Ισραήλ και φιλοϊσραηλινών κύκλων στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας πως η αμερικανική στρατηγική καθορίστηκε περισσότερο από ξένα συμφέροντα παρά από τις εκτιμήσεις των ίδιων των αμερικανικών υπηρεσιών.

Πριν από τον πόλεμο, ο Τραμπ θεωρούσε ότι η ιρανική ηγεσία θα κατέρρεε μέσα σε λίγες ημέρες, πιστεύοντας ότι μπορούσε να επαναλάβει ένα μοντέλο πίεσης αντίστοιχο με αυτό που είχε επιχειρηθεί στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, η πραγματικότητα εξελίχθηκε εντελώς διαφορετικά.

Παρά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, τις επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης και τα χτυπήματα στην ιρανική ηγεσία, η Τεχεράνη όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο κρίσιμων γεωστρατηγικών σημείων, κυρίως στα Στενά του Hormuz, από όπου διέρχεται τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου.

Με τη χρήση drones, ναρκών και ταχύπλοων σκαφών, το Ιράν έδειξε ότι ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη δυσκολεύεται να επιβάλει απόλυτη κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο. Οι διεθνείς αγορές κλονίστηκαν, οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύθηκαν και η πίεση προς τον Λευκό Οίκο αυξήθηκε δραματικά.

Ο Τραμπ, που είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόεδρο που θα απέφευγε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή, βρέθηκε παγιδευμένος σε μια σύγκρουση χωρίς καθαρή έξοδο. Παρά τις διαρκείς δηλώσεις περί «επικείμενης νίκης», η κυβέρνησή του αναγκάστηκε να παρατείνει εκεχειρίες και να αποφεύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν γενικευμένο πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη εμφανίστηκε πιο ανθεκτική απ’ όσο περίμενε η Δύση, αξιοποιώντας τη σύγκρουση για να ενισχύσει την εσωτερική της συνοχή και να παρουσιάσει την αντίσταση απέναντι στις ΗΠΑ ως ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας.

Σύμφωνα με αναλυτές, οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν ακόμη και να φέρουν το Ιράν σε διαπραγματεύσεις με αμερικανικούς όρους. Οι Ιρανοί αρνήθηκαν να δεχθούν τελεσίγραφα, αποχώρησαν από συνομιλίες στο Islamabad και ξεκαθάρισαν ότι δεν πρόκειται να διαπραγματευτούν υπό πίεση.

Παράλληλα, οι παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον στον Κόλπο άρχισαν να ανησυχούν ότι η συνέχιση της κρίσης θα τους μετατρέψει ξανά σε στόχους ιρανικών αντιποίνων, με αποτέλεσμα ορισμένες χώρες να περιορίσουν ακόμη και τη χρήση βάσεων και εναέριου χώρου από τις αμερικανικές δυνάμεις.

Η κρίση φαίνεται να βαθαίνει ακόμη περισσότερο τις ρωγμές στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η σύγκρουση αποκάλυψε τη φθορά της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή, καθώς για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες μια περιφερειακή δύναμη εμφανίζεται ικανή να πιέσει οικονομικά και πολιτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία είχε προτείνει λύση για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ωστόσο τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη σκλήρυναν τελικά τις θέσεις τους, οδηγώντας τις συνομιλίες σε αδιέξοδο.

Την ίδια ώρα, ακόμη και μέσα από αμερικανικούς αναλυτικούς κύκλους διατυπώνονται πλέον ανοιχτά εκτιμήσεις περί αποτυχίας της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν. Ο Fareed Zakaria υποστήριξε ότι επί σχεδόν μισό αιώνα οι ΗΠΑ απέτυχαν να διαμορφώσουν μια σταθερή και αποτελεσματική πολιτική απέναντι στην Τεχεράνη, καθώς οι κυρώσεις, οι πιέσεις και οι απειλές όχι μόνο δεν οδήγησαν σε κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά ενίσχυσαν την αυτάρκεια και την αντοχή του.

Παράλληλα, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η αποτυχία επίτευξης των πολεμικών στόχων δημιούργησε ένταση ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου, με αναλυτές να εκτιμούν ότι πίσω από τις δημόσιες διαβεβαιώσεις περί «στενού συντονισμού» κρύβεται βαθύς προβληματισμός για την πορεία της σύγκρουσης.

Η CENTCOM ανακοίνωσε επίσης ότι συνεχίζεται ο ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν, αποκαλύπτοντας ότι δεκάδες εμπορικά πλοία έχουν εκτραπεί ή ακινητοποιηθεί από τον Απρίλιο, στο πλαίσιο της αμερικανικής πίεσης προς την Τεχεράνη.

Πλέον, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η σύγκρουση αυτή ίσως μείνει στην ιστορία όχι ως ακόμη μία αμερικανική στρατιωτική επέμβαση, αλλά ως η στιγμή που έγινε εμφανές πως η εποχή της απόλυτης αμερικανικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή αρχίζει να φτάνει στο τέλος της.

Exit mobile version