Πάνος Ρούτσι: «Είχα προσπαθήσει να βάλω ακόμα και τέλος στη ζωή μου-Σαν σήμερα το παιδί μου ήταν εδώ… Ήταν το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Είχε έρθει να δει την κοπέλα του και δεν γύρισε ποτέ πίσω»

Με λόγια που ραγίζουν καρδιές, ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας του Ντένις που έχασε τη ζωή του στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, μίλησε σε τηλεοπτική του συνέντευξη για τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας, αποκαλύπτοντας πως σε κάποια στιγμή είχε φτάσει ακόμη και στο σημείο να προσπαθήσει να βάλει τέλος στη ζωή του.

Πάνος Ρούτσι: «Είχα προσπαθήσει να βάλω ακόμα και τέλος στη ζωή μου-Σαν σήμερα το παιδί μου ήταν εδώ… Ήταν το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Είχε έρθει να δει την κοπέλα του και δεν γύρισε ποτέ πίσω»

Όπως περιέγραψε, από τη μοιραία εκείνη ημέρα και μετά, ο χρόνος για τον ίδιο έχει ουσιαστικά σταματήσει. «Για μένα δεν υπάρχει Καθαρά Δευτέρα, δεν υπάρχει Πάσχα, δεν υπάρχουν γιορτές. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τόσους άλλους γονείς. Μας διέλυσαν», είπε, εκφράζοντας τη βαθιά οδύνη που βιώνει καθημερινά.

Ο πατέρας, που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο με την πολυήμερη απεργία πείνας ζητώντας την εκταφή του παιδιού του, αναφέρθηκε και στην τελευταία επικοινωνία που είχε με τον γιο του πριν από την τραγωδία. Όπως θυμάται, ο Ντένις τον είχε καλέσει για να τον ενημερώσει ότι το τρένο θα καθυστερούσε να φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όμως, τα λεπτά μετατράπηκαν σε ώρες αγωνίας.

Ο ίδιος προσπαθούσε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί του για να μάθει τι συνέβαινε και πότε θα έφτανε, όμως το τηλέφωνο δεν απαντούσε ποτέ. «Περίμενα να με πάρει… αλλά ποτέ δεν με πήρε», είπε χαρακτηριστικά.

Πάνος Ρούτσι: «Είχα προσπαθήσει να βάλω ακόμα και τέλος στη ζωή μου-Σαν σήμερα το παιδί μου ήταν εδώ… Ήταν το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Είχε έρθει να δει την κοπέλα του και δεν γύρισε ποτέ πίσω»

Αρχικά θεώρησε πως το κινητό του παιδιού του είχε απλώς μείνει από μπαταρία. Έτσι, αποφάσισε να μεταβεί ο ίδιος στον σταθμό για να δει τι συμβαίνει. Όταν έφτασε, όμως, αντίκρισε εικόνες χάους και απόγνωσης: λεωφορεία είχαν αρχίσει να καταφθάνουν, άνθρωποι έκλαιγαν, άλλοι αγκαλιάζονταν σφιχτά, ενώ η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων.

Ρωτώντας τι είχε συμβεί, άκουσε την ερώτηση που — όπως λέει — δεν θα ξεχάσει ποτέ: «Δεν τα μάθατε; Είχατε κάποιον άνθρωπο μέσα;». Όταν απάντησε καταφατικά, του είπαν «Εύχομαι να είναι ζωντανός» και τον χτύπησαν παρηγορητικά στον ώμο. «Εκεί κόπηκαν τα πόδια μου», περιέγραψε με συγκίνηση.

Ο πόνος της απώλειας, όπως εξομολογήθηκε, ήταν τόσο συντριπτικός που τον οδήγησε σε ακραίες σκέψεις. «Είχα προσπαθήσει να βάλω ακόμη και τέλος στη ζωή μου. Είχα φτάσει σε αυτό το σημείο, γιατί δεν αντέχεται ο πόνος», είπε, αποτυπώνοντας με ωμό τρόπο το μέγεθος της ψυχικής δοκιμασίας που βιώνει.

Exit mobile version