Πόλεμος στην Ουκρανία: Οι Ευρωπαίοι φοβούνται πως θα τρέχουν πάλι πίσω από τις εξελίξεις και βιάζονται να κλείσουν «θέση» στις απευθείας διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία- Το διπλωματικό άνοιγμα στη Μόσχα και ο «αστάθμητος παράγοντας» Ντόναλντ Τραμπ

Με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη ημέρα του πολέμου στην Ουκρανία και με τον φόβο ότι οι κρίσιμες αποφάσεις για την ασφάλεια της ηπείρου μπορεί να ληφθούν ερήμην της, η Ευρώπη επιχειρεί να εξασφαλίσει θέση στο τραπέζι των όποιων μελλοντικών διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία.

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οι Ευρωπαίοι φοβούνται πως θα τρέχουν πάλι πίσω από τις εξελίξεις και βιάζονται να κλείσουν «θέση» στις απευθείας διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία- Το διπλωματικό άνοιγμα στη Μόσχα και ο «αστάθμητος παράγοντας» Ντόναλντ Τραμπ

Η ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εντείνεται από το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει μια απευθείας συμφωνία με τη Μόσχα, αφήνοντας τους Ευρωπαίους να παρακολουθούν από απόσταση εξελίξεις που θα επηρεάσουν άμεσα τη δική τους ασφάλεια.

Σύμφωνα με πέντε Ευρωπαίους αξιωματούχους που μίλησαν στους New York Times υπό καθεστώς ανωνυμίας, Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία επεξεργάζονται ήδη ένα πλαίσιο για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις, ώστε να έχουν διαμορφώσει εγκαίρως τις ευρωπαϊκές θέσεις και να διασφαλίσουν τα συμφέροντα της ηπείρου. Η Μόσχα, μέχρι στιγμής, δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να κάνει σοβαρά βήματα προς την κατεύθυνση των συνομιλιών. Ωστόσο, στο Παρίσι, το Βερολίνο και το Λονδίνο θεωρούν ότι η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει να ανοίξει η πόρτα της διπλωματίας για να αποφασίσει τι ακριβώς θα ζητήσει.

Η πρωτοβουλία βρίσκεται κυρίως στα χέρια της Γαλλίας και της Γερμανίας, σύμφωνα με δύο ανώτερους Ευρωπαίους διπλωμάτες και έναν ανώτερο Ευρωπαίο αξιωματούχο που παρακολουθεί στενά την προσπάθεια. Η Βρετανία, αν και συμμετέχει, κρατά πιο προσεκτική στάση, μεταξύ άλλων επειδή δεν επιθυμεί να επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη λεπτές ισορροπίες στις σχέσεις της με τον Τραμπ.

Η Ευρώπη φοβάται ότι «θα μείνει εκτός»

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν σχεδόν δεδομένο ότι, εφόσον κάποια στιγμή ανοίξει ένας ουσιαστικός γύρος συνομιλιών με τη Ρωσία, αυτός θα γίνει υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι να παραδώσουν στις ΗΠΑ το σύνολο της διαπραγματευτικής ατζέντας.

Αντιθέτως, πιέζουν τον Τραμπ και τους απεσταλμένους του να επιχειρήσουν να επαναφέρουν τη Μόσχα στη διπλωματική διαδικασία, την ώρα που οι ρωσικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον ουκρανικών πόλεων και κρίσιμων υποδομών συνεχίζονται.

Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το ζήτημα είναι κάτι περισσότερο από μια διαφωνία για το ποιος θα καθίσει σε μια αίθουσα διαπραγματεύσεων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και η σχέση που θα διαμορφωθεί μετά τον πόλεμο ανάμεσα στη Ρωσία και την Ευρώπη, αγγίζουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Και ακριβώς γι’ αυτό θεωρούν ότι δεν μπορούν να αφεθούν επ’ αόριστον στα χέρια μιας αμερικανικής κυβέρνησης την οποία αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιμετωπίζουν ως ολοένα και πιο απρόβλεπτη.

Ο στόχος είναι σαφής: να μην υπάρξει μια συμφωνία ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα που θα καθορίζει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, το μέλλον της Ουκρανίας και τις εγγυήσεις που θα ακολουθήσουν, χωρίς οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι να έχουν λόγο στις αποφάσεις.

Και η ανησυχία αυτή δεν εκδηλώνεται σε κενό. Δυτικές κυβερνήσεις και αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times εκτιμούν ότι ο πόλεμος μπορεί να εισέλθει σε ακόμη πιο καταστροφική φάση. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να προετοιμάζεται για χειμερινή επίθεση στις ουκρανικές γραμμές άμυνας και στις υποδομές, σε μια στιγμή που το Κίεβο αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές ελλείψεις σε συστήματα αεράμυνας.

Παράλληλα, ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η Ρωσία μπορεί να προχωρήσει σε νέα, περιορισμένη επιστράτευση μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Άλλοι φοβούνται ότι μια αίσθηση πίεσης στο Κρεμλίνο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη κλιμάκωση, ακόμη και σε μια προσπάθεια δοκιμής της συνοχής και της αποφασιστικότητας του ΝΑΤΟ.

Η Μόσχα, από την πλευρά της, έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί την πλήρη κατάληψη του Ντονμπάς ελάχιστη προϋπόθεση για οποιαδήποτε μελλοντική διευθέτηση. Σύμφωνα με αξιωματούχους και αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times, εάν η Ρωσία δεν έχει κατορθώσει να επιτύχει αυτόν τον στόχο μέχρι το φθινόπωρο του 2027, τότε οι πιθανότητες να εμφανιστεί ένα παράθυρο για διαπραγματεύσεις μπορεί να αυξηθούν.

Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους λόγους που οι Ευρωπαίοι θέλουν να έχουν κάνει από τώρα τα δύσκολα βήματα. Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία θεωρούν ότι πρέπει να αποτελέσουν τον βασικό κορμό μιας ευρωπαϊκής διαπραγματευτικής ομάδας, καθώς βρίσκονται στον πυρήνα της λεγόμενης «συμμαχίας των προθύμων», του ευρωπαϊκού συνασπισμού που στηρίζει την Ουκρανία.

Οι τρεις χώρες έχουν ήδη εξετάσει διαφορετικές επιλογές για στρατιωτικές και άλλες εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο στην περίπτωση μιας συμφωνίας με τη Ρωσία. Η εικόνα, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί σε τρεις πρωτεύουσες. Πολωνία, Ιταλία και οι σκανδιναβικές χώρες θα πρέπει επίσης να έχουν λόγο στη διαδικασία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να ενημερώνεται και, σε μεταγενέστερη φάση, να αποκτήσει θεσμικό ρόλο.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα λεπτό για τις χώρες της Βαλτικής και άλλα κράτη της ανατολικής Ευρώπης, τα οποία δεν θεωρούν ότι το Παρίσι και το Βερολίνο μπορούν από μόνοι τους να εκφράσουν με επάρκεια τις δικές τους ανησυχίες και τα συμφέροντά τους απέναντι στη Ρωσία.

Το διπλωματικό άνοιγμα προς τη Μόσχα

Η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό ρόλο στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις απέκτησε νέα ένταση τον Ιούνιο, όταν ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιχείρησε να προετοιμάσει το έδαφος για ενδεχόμενες συνομιλίες με τη Ρωσία και τις ΗΠΑ.

Στις 7 Ιουνίου, στο Λονδίνο, συναντήθηκε με τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, με αντικείμενο τον ρόλο της Ευρώπης στις πιθανές διαπραγματεύσεις, αλλά και τις βασικές αρχές που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας μελλοντικής συμφωνίας.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι πρεσβευτές των τριών χωρών πραγματοποίησαν μια ασυνήθιστη συνάντηση στη Μόσχα με τον Ρώσο υφυπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Γκαλούζιν, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα για την Ουκρανία.

Την ίδια περίοδο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα επιχείρησε να ανοίξει έναν απευθείας δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα, έπειτα από αίτημα του Ζελένσκι. Ο επικεφαλής του γραφείου του Κόστα, Πέδρο Λούρτιε, είχε συνομιλίες με Ρώσους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο Γιούρι Ουσακόφ, ο οποίος αποτελεί τον βασικό δίαυλο της Μόσχας με τον απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ.

Το σκεπτικό του Κόστα ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους για να αποκωδικοποιεί τα μηνύματα του Κρεμλίνου. Πρέπει, υποστήριξε, να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει η ίδια και απευθείας στη Μόσχα τις δικές της θέσεις και ανησυχίες.

Παράλληλα, αναγνώρισε τα όρια αυτής της προσπάθειας, παραδεχόμενος ότι δεν υπήρχαν «αξιόπιστες ενδείξεις» πως η Ρωσία επιθυμούσε εκείνη την περίοδο σοβαρές διαπραγματεύσεις.

Η απάντηση της Μόσχας ήταν άμεση και απορριπτική. Ο Γκαλούζιν κατηγόρησε τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες ότι ενθαρρύνουν την Ουκρανία να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οι Ευρωπαίοι φοβούνται πως θα τρέχουν πάλι πίσω από τις εξελίξεις και βιάζονται να κλείσουν «θέση» στις απευθείας διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία- Το διπλωματικό άνοιγμα στη Μόσχα και ο «αστάθμητος παράγοντας» Ντόναλντ Τραμπ

Η Ευρώπη έχει συμφέροντα που δεν μπορεί να παραχωρήσει

Η προσπάθεια του Κόστα, πάντως, δεν προκάλεσε μόνο την αντίδραση της Μόσχας. Έφερε στην επιφάνεια και τις εσωτερικές διαφωνίες της ίδιας της Ευρώπης.

Γαλλία και Γερμανία τον επέκριναν για υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του, ενώ Αυστρία και Βέλγιο τάχθηκαν υπέρ της πρωτοβουλίας. Στον αντίποδα, οι χώρες της Βαλτικής αντιμετώπισαν οποιαδήποτε προσέγγιση προς τη Μόσχα με ιδιαίτερη καχυποψία, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τη ρωσική στρατηγική διαίρεσης της Ευρώπης.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο σκηνικό, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν διατύπωσε με σαφήνεια τη θέση του Παρισιού, δηλώνοντας ότι όταν ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις, «οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι».

Από την πλευρά του, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υπογράμμισε ότι η συνεργασία Γαλλίας, Γερμανίας και Βρετανίας προχωρά κατόπιν αιτήματος της ίδιας της Ουκρανίας.

Όσο για το ποιος θα εκπροσωπήσει θεσμικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Μερτς άφησε την απόφαση για αργότερα, σημειώνοντας ότι το ζήτημα θα κριθεί όταν αρχίσουν οι συνομιλίες.

Στην πραγματικότητα, όμως, το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ την παρουσία ή μη μιας ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας στην αίθουσα των διαπραγματεύσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη επιβάλει 21 πακέτα κυρώσεων στη Ρωσία και ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Και τα δύο ζητήματα αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη χρηματοδοτεί μεγάλο μέρος της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας και αναμένεται να κληθεί να προσφέρει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία μετά από μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία.

Με άλλα λόγια, η ευρωπαϊκή συμμετοχή δεν είναι απλώς ζήτημα διπλωματικού κύρους. Αφορά το ποιος θα αναλάβει το οικονομικό κόστος, ποιος θα παράσχει τις εγγυήσεις και ποιος θα επωμιστεί τους κινδύνους της επόμενης ημέρας.

Το μάθημα από το σχέδιο Τραμπ

Η απουσία ουσιαστικών απευθείας ευρωπαϊκών διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία από την έναρξη της εισβολής το 2022 αποτελεί πλέον αντικείμενο αυξανόμενου προβληματισμού στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Ο Γερμανός βουλευτής και ειδικός σε θέματα ασφάλειας Νόρμπερτ Ρέτγκεν εκτιμά, σύμφωνα με τους New York Times, ότι αργά ή γρήγορα η Ευρώπη θα πρέπει να βρεθεί στο τραπέζι, καθώς αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η ευρωπαϊκή ασφάλεια και η Ουάσινγκτον δεν αντιμετωπίζει πλέον το ζήτημα ως ζωτικό αμερικανικό συμφέρον.

Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα είναι βαθύτερο: ο Πούτιν έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη διάσπαση της Δύσης και να διαχειρίζεται τις σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη μέσω της Ουάσινγκτον.

Και δεν είναι ο μόνος που βλέπει την απουσία απευθείας διαύλων ως ευρωπαϊκό μειονέκτημα. Άλλοι αναλυτές θεωρούν ότι η Ευρώπη έχει ήδη πληρώσει τίμημα επειδή δεν διατήρησε ανοικτές δικές της γραμμές επικοινωνίας με τη Μόσχα.

Ο Μαρκ Λέοναρντ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, χαρακτήρισε την κατάσταση σχεδόν «εγκληματική αμέλεια», δεδομένου του μεγέθους των συμφερόντων και των κινδύνων που διακυβεύονται.

Ακόμη πιο συγκεκριμένη ήταν η προειδοποίηση του πρώην Γερμανού διπλωμάτη Χανς-Ντίτερ Λούκας, ο οποίος έχει υπηρετήσει ως πρεσβευτής στο ΝΑΤΟ, τη Γαλλία και την Ιταλία. Η Ευρώπη, υποστήριξε, δεν πρέπει να επαναλάβει το λάθος του Νοεμβρίου του 2025, όταν ο Τραμπ και ο Γουίτκοφ διαμόρφωσαν με τη Μόσχα το αρχικό αμερικανορωσικό σχέδιο 28 σημείων για την Ουκρανία.

«Οι Ευρωπαίοι έχουν χαρτιά, αλλά πρέπει να τα παίξουν έξυπνα», σημείωσε, σύμφωνα με τους New York Times.

Αυτό, ίσως, είναι και το μεγάλο στοίχημα για την Ευρώπη. Να αποκτήσει φωνή χωρίς να μετατρέψει την προσπάθειά της σε μετωπική σύγκρουση με την Ουάσινγκτον. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ εξακολουθεί να θεωρείται κρίσιμη, καθώς μια ανοιχτή ρήξη μεταξύ των συμμάχων θα μπορούσε να προσφέρει στη Ρωσία ακριβώς αυτό που επιδιώκει: την ευκαιρία να εκμεταλλευθεί τις ρωγμές στη Δύση.

Η Ευρώπη, επομένως, καλείται να κινηθεί σε μια λεπτή γραμμή. Να διεκδικήσει θέση στο τραπέζι χωρίς να αποξενώσει τον βασικό της σύμμαχο· να διαμορφώσει τη δική της στρατηγική χωρίς να διαρρήξει το δυτικό μέτωπο· και, κυρίως, να εξασφαλίσει ότι μια συμφωνία για την Ουκρανία δεν θα είναι ταυτόχρονα μια συμφωνία για την Ευρώπη χωρίς την Ευρώπη.

Exit mobile version