Στο τραπέζι η παραχώρηση των S-300 από την Ελλάδα στην Ουκρανία – Μας τάζουν “αναβάθμιση πυραύλων”, αλλά προς το παρόν ζητούν να αποδυναμώσουμε την αεράμυνά μας για το χατήρι του Ζελένσκι – Την ίδια στιγμή ο Ερντογάν κλιμακώνει τις πολεμικές προκλήσεις

Έτοιμη η Κυβέρνηση Μητσοτάκη να μας φέρει σε "εμπόλεμη κατάσταση" με τη Ρωσία

Νέα φωτιά ανάβει γύρω από την Ελληνική αμυντική πολιτική, καθώς επανέρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα των S-300 και της πιθανής αξιοποίησής τους από την Ουκρανία. Το ρεπορτάζ παρουσιάζει ένα σενάριο που προκαλεί έντονους προβληματισμούς: την πιθανότητα μεταφοράς των Ελληνικών συστημάτων ή πυραύλων στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με μια προσπάθεια αναβάθμισης του υλικού.

Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή οι S-300 αποτελούν μέρος της Ελληνικής αρχιτεκτονικής αεράμυνας. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: μπορεί η Αθήνα να ενισχύσει την Ουκρανία χωρίς να δημιουργήσει κενά στη δική της αποτρεπτική ισχύ;

ΟΥΚΡΑΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται συστήματα αεράμυνας σοβιετικής προέλευσης, καθώς διαθέτει εκτεταμένο οπλοστάσιο S-300 και αντιμετωπίζει ανάγκες αναπλήρωσης πυραύλων.

Παράλληλα, υπάρχουν προτάσεις για εκσυγχρονισμό παλαιότερων ουκρανικών S-300 και ανάπτυξη νέων πυραύλων, ώστε να παραταθεί η επιχειρησιακή τους ζωή. Πρόσφατες αναλύσεις έχουν εξετάσει ακόμη και το ενδεχόμενο συνεργασίας με την Ελλάδα σε τεχνικό επίπεδο.

Όμως για την Αθήνα η εξίσωση είναι πολύ πιο δύσκολη.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει απεριόριστες εφεδρείες αντιαεροπορικών συστημάτων. Κάθε απόφαση που θα επηρεάσει τη διαθεσιμότητα των S-300 πρέπει επομένως να εξεταστεί με βάση τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας.

ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΤΙ ΘΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ;

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο της συζήτησης.

Εάν η Αθήνα προχωρούσε σε παραχώρηση υλικού, θα έπρεπε να υπάρχει σαφής απάντηση για το ποιο σύστημα θα καλύψει το κενό και πότε.

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια εξετάζει τη δημιουργία μιας πιο σύγχρονης και πολυεπίπεδης αεράμυνας, με νέα ραντάρ, αντιαεροπορικά συστήματα και δικτύωση διαφορετικών αισθητήρων. Η λεγόμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα» εντάσσεται σε αυτή τη γενικότερη κατεύθυνση.

Το ζήτημα όμως είναι ο χρόνος.

Η αντικατάσταση ενός υφιστάμενου συστήματος δεν μπορεί να θεωρείται αυτόματα ισοδύναμη με την άμεση διατήρηση της επιχειρησιακής ικανότητας.

Η ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Η υπόθεση έχει και μία ακόμη διάσταση: τις σχέσεις Ελλάδας–Ρωσίας.

Οι S-300 είναι ρωσικής προέλευσης και η πιθανή μεταφορά τους στην Ουκρανία θα αποτελούσε ακόμη ένα βήμα απομάκρυνσης της Αθήνας από τον παλαιότερο εξοπλιστικό δεσμό με τη Μόσχα.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που η αποστολή των ελληνικών S-300 στην Ουκρανία συζητείται δημόσια. Ήδη από το 2022 υπήρχαν σενάρια για αντικατάστασή τους από Patriot, όμως τότε το Ελληνικό Υπουργείο Άμυνας είχε διαψεύσει ότι υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο ανταλλαγής.

Σήμερα, όμως, το διεθνές περιβάλλον είναι διαφορετικό και η πίεση για ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας είναι πιο μεγάλη από ποτέ.

Η ΑΘΗΝΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Το πραγματικό δίλημμα για την ελληνική κυβέρνηση δεν είναι απλώς εάν θα βοηθήσει ή όχι την Ουκρανία.

Είναι με ποιο κόστος θα γίνει αυτή η βοήθεια και αν η ελληνική αεράμυνα θα παραμείνει πλήρως λειτουργική.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος και το Αιγαίο παραμένουν περιοχές υψηλού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος, οποιαδήποτε μείωση της διαθέσιμης αεράμυνας απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτικό σχεδιασμό.

Η αντικατάσταση παλαιότερου υλικού με σύγχρονα συστήματα μπορεί ασφαλώς να αποτελεί μέρος μιας μακροπρόθεσμης αναδιοργάνωσης. Δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίζεται ως απλή λογιστική ανταλλαγή.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ

Η συζήτηση για τους S-300 αναδεικνύει τελικά ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμμαχικές της υποχρεώσεις, στην υποστήριξη της Ουκρανίας και στην ανάγκη να διατηρήσει ισχυρή εθνική άμυνα.

Αν υπάρξει τελικά οποιαδήποτε απόφαση για μεταφορά ελληνικού υλικού, το κρίσιμο δεν θα είναι μόνο τι θα φύγει από την Ελλάδα, αλλά κυρίως τι θα έχει ήδη τοποθετηθεί στη θέση του.

Γιατί σε ένα περιβάλλον αυξημένων απειλών, η αεράμυνα δεν είναι πολυτέλεια ούτε διαπραγματευτικό χαρτί.

Είναι η τελευταία γραμμή προστασίας.

Και γι’ αυτό ακριβώς, κάθε απόφαση γύρω από τους S-300 χρειάζεται πλήρη επιχειρησιακή τεκμηρίωση, καθαρό σχέδιο αντικατάστασης και απάντηση στο πιο απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα:

θα ενισχυθεί τελικά η συνολική ελληνική άμυνα ή θα δημιουργηθεί ένα ακόμη επικίνδυνο κενό μέχρι να έρθει η επόμενη γενιά συστημάτων;

Exit mobile version