Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συζήτηση για την άμυνα στην Βουλή, παρουσίασε για ακόμη μια φορά ένα φανταχτερό, αλλά πλήρως αναξιόπιστο αφήγημα για την “ασφάλεια” και την “ευημερία” της χώρας, προσπαθώντας να ξεγελάσει την κοινή γνώμη και να καλύψει τις εγκληματικές αποφάσεις της κυβέρνησής του. Ωστόσο, οι προεκλογικές υποσχέσεις περί στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης και ενίσχυσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας αποδείχθηκαν κενές περιεχομένου και απολύτως αναντίστοιχες με τις πολιτικές του πράξεις.
Συζήτηση για την άμυνα στη Βουλή: Εκτεθειμμένος σε ψεύδη ο Πρωθυπουργός – Αντί να ενισχυθεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία εγκαθιδρύεται “Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας” υπό την εποπτεία του
Η απόφαση να ιδρυθεί Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας υπό την άμεση εποπτεία του πρωθυπουργού και με επικεφαλής τον Θάνο Ντόκο, στέλεχος του ΕΛΙΑΜΕΠ, προκαλεί σοβαρούς προβληματισμούς για τον συγκεντρωτισμό και την έλλειψη διαφάνειας στην πολιτική εξουσία. Αυτή η κίνηση αποδεικνύει την προτίμηση του Μητσοτάκη να ελέγχει πλήρως τα ζητήματα της εθνικής ασφάλειας, αναδεικνύοντας τις σχέσεις του με ιδιωτικούς και εξωτερικούς παράγοντες και την περιθωριοποίηση των θεσμικών οργάνων του κράτους.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιαστεί ως υπέρμαχος της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Η Ελλάδα, κάτω από την ηγεσία του Μητσοτάκη, έχει μετατραπεί σε παράρτημα των ΗΠΑ, λαμβάνοντας αποφάσεις που βάζουν σε κίνδυνο τα ελληνικά συμφέροντα. Η εξάρτηση από τα F-35 και τον αντιπυραυλικό θόλο του Ισραήλ έρχεται σε αντίθεση με κάθε έννοια στρατηγικής αυτονομίας, ενώ η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, την οποία πανηγύρισε η Ούρσουλα, είναι ανύπαρκτη για την Ελλάδα. Αυτή η «ρήτρα» δεν ισχύει για τη χώρα μας και αποδεικνύει τη συνεχιζόμενη εξαπάτηση του λαού.
Συζήτηση για την άμυνα στη Βουλή: Εκτεθειμμένος σε ψεύδη ο Πρωθυπουργός – Αντί να ενισχυθεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία εγκαθιδρύεται “Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας” υπό την εποπτεία του
Ο Μητσοτάκης είχε το θράσος να μιλήσει για τις αγορές οπλικών συστημάτων χωρίς κρυφά κόστη συντήρησης, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα παραγγέλνει F-35, τα οποία είναι γνωστά για τις υπερβολικές τους δαπάνες και τις συχνές βλάβες. Είναι προκλητικό να ισχυρίζεται ότι δεν θα επενδύσει σε οπλικά συστήματα με κρυφό κόστος συντήρησης, ενώ η χώρα του προσφέρει τεράστια χρηματικά ποσά για αμφιλεγόμενα και αμφισβητούμενα συστήματα.
Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό να ακούει κανείς τον πρωθυπουργό να πανηγυρίζει για την αναβάθμιση των F-16 σε Viper, όταν ως αντιπολίτευση είχε καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να ανατρέψει αυτή την κρίσιμη συμφωνία που για πρώτη φορά ανέτρεψε τις ισορροπίες στο Αιγαίο υπέρ της Ελλάδας. Επιπλέον, η δήλωσή του για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας δεν μπορεί να πείσει κανέναν, καθώς τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν για εξοπλιστικά συστήματα δεν περιλάμβαναν καμία ουσιαστική στήριξη στην Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία.
Ο Μητσοτάκης, παρά τις φανφάρες για τη σημασία της εθνικής ασφάλειας, έχει υπογράψει τη διακήρυξη των Αθηνών και έχει προπαγανδίσει τη “ρήξη” με την Τουρκία, ενώ συγχρόνως έχει επιτρέψει στην Τουρκία να ενισχυθεί με οπλικά συστήματα, ανατρέποντας και πάλι την ισορροπία στο Αιγαίο εις βάρος της χώρας μας. Αυτός είναι ο πραγματικός «σκακιστής» του πρωθυπουργού, ο οποίος είναι ικανός να θυσιάσει τα συμφέροντα της χώρας για να διατηρήσει τη γεωπολιτική του θέση στον δυτικό άξονα.
Ο Μητσοτάκης, αντί να προσφέρει ουσιαστική ενίσχυση στα Σώματα Ασφαλείας, μιλάει για «σπιράλ παραχολογίας» και μεταθέτει τις πραγματικές λύσεις στην ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου. Η πρόταση για αυξήσεις, αν και θετική, έρχεται πολύ καθυστερημένα και αποκαλύπτει την πραγματική έλλειψη στρατηγικής για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει καταφέρει να θωρακίσει την Ελλάδα ούτε στρατηγικά ούτε οικονομικά. Οι πολιτικές του έχουν θέσει σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα, ενώ ταυτόχρονα εξαπατούν την κοινή γνώμη με επικοινωνιακές τακτικές και κενές υποσχέσεις. Ο Έλληνας πολίτης έχει πλέον το δικαίωμα να αναρωτηθεί πόσο πιο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η χώρα υπό την ηγεσία του Μητσοτάκη, και πόσο γρήγορα θα πρέπει να έρθει η πολιτική αλλαγή για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα.