Τουρκία: Η «μαύρη τρύπα» των 20 δις δολαρίων- Οι ρωσικοί S-400 δεν κοστίζουν μόνο τα αμερικανικά F-35 στον Ερντογάν!

Μέσα από τα επίσημα πρακτικά της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, αναδεικνύονται οι έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης αλλά και τον οικονομικό απολογισμό μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες εξοπλιστικές επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν: την απόκτηση του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400.

Τουρκία: Η «μαύρη τρύπα» των 20 δις δολαρίων- Οι ρωσικοί S-400 δεν κοστίζουν μόνο τα αμερικανικά F-35 στον Ερντογάν!

Μια συμφωνία που ξεκίνησε με τίμημα περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και παρουσιάστηκε ως σύμβολο στρατηγικής ανεξαρτησίας, κατέληξε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τουρκικής αντιπολίτευσης, να μετατραπεί σε έναν λογαριασμό που αγγίζει πλέον τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια, αν συνυπολογιστούν οι απώλειες από τα F-35, τα εξοπλιστικά εμπάργκο και τα χαμένα βιομηχανικά συμβόλαια.

Η επιλογή της Άγκυρας να προχωρήσει στην αγορά των ρωσικών πυραύλων αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα γεωπολιτικά στοιχήματα της εποχής Ερντογάν. Αυτό που πριν από εννέα χρόνια παρουσιάστηκε ως μια επίδειξη αυτονομίας απέναντι στη Δύση και ειδικά απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν φαύλο κύκλο διπλωματικών εντάσεων, στρατιωτικών περιορισμών και οικονομικών απωλειών.

Η πρώτη μεγάλη συνέπεια ήρθε τον Ιούλιο του 2019, όταν η Τουρκία απομακρύνθηκε από την κοινοπραξία ανάπτυξης του μαχητικού Joint Strike Fighter. Η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι η ταυτόχρονη λειτουργία των S-400 και των F-35 στο ίδιο περιβάλλον αεράμυνας θα δημιουργούσε σοβαρό κίνδυνο διαρροής ευαίσθητων δεδομένων, καθώς η ρωσική τεχνολογία θα μπορούσε να συλλέξει πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του αμερικανικού stealth μαχητικού.

Λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2020, η Ουάσιγκτον προχώρησε στην ενεργοποίηση των κυρώσεων CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act) κατά της Τουρκίας. Οι κυρώσεις αυτές εντάσσονταν στο ευρύτερο αμερικανικό πλαίσιο αντιμετώπισης σημαντικών συναλλαγών με τον ρωσικό αμυντικό τομέα και στην περίπτωση της Άγκυρας στόχευσαν την Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB).

Το αποτέλεσμα ήταν το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και ο περιορισμός της δυνατότητας εξαγωγικών αδειών, ως άμεση συνέπεια της επιλογής των S-400. Για την πλήρη άρση των κυρώσεων απαιτείται, σύμφωνα με το αμερικανικό νομικό πλαίσιο, επίσημη πιστοποίηση του προέδρου των ΗΠΑ προς το Κογκρέσο ότι το ρωσικό σύστημα δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της Τουρκίας.

Την ίδια στιγμή, η υπόθεση των S-400 είχε ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη απώλεια στο τουρκικό πρόγραμμα αεροπορικής ισχύος: την αποπομπή από το πρόγραμμα των F-35.

Πριν από την αποβολή της χώρας από την κοινοπραξία, η κυβέρνηση Ερντογάν είχε καταβάλει χρήματα για έξι μαχητικά αεροσκάφη, τα οποία τελικά δεν παραδόθηκαν ποτέ στην Τουρκία. Τα αεροσκάφη παραμένουν σε καθεστώς «μακράς αποθήκευσης» στις Ηνωμένες Πολιτείες, περιμένοντας μια πολιτική λύση που θα επέτρεπε την παράδοσή τους.

Η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφές ότι βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα αποτελεί η οριστική απομάκρυνση των S-400 από το τουρκικό οπλοστάσιο. Το σενάριο που έχει βρεθεί στο επίκεντρο των παρασκηνιακών συζητήσεων αφορά πιθανή μεταφορά ή πώληση των ρωσικών συστημάτων σε τρίτη χώρα, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να έχουν αναφερθεί ως πιθανός προορισμός.

Ωστόσο, ακόμη και μια τέτοια εξέλιξη δεν θα σήμαινε αυτόματη επιστροφή της Τουρκίας στα F-35. Η άρση των κυρώσεων CAATSA και η επανένταξη στο πρόγραμμα των μαχητικών αποτελούν δύο διαφορετικές διαδικασίες.

Η Άγκυρα θα χρειαζόταν νέα έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο —μια διαδικασία κάθε άλλο παρά δεδομένη— καθώς οι Αμερικανοί νομοθέτες θα αξιολογούσαν συνολικά τη στρατηγική συμπεριφορά της Τουρκίας και όχι μόνο την απουσία των ρωσικών πυραύλων.

Παράλληλα, θα απαιτούνταν νέες αξιολογήσεις ασφαλείας από το Πεντάγωνο, ενώ το Κογκρέσο αναμένεται να ζητήσει αυστηρές εγγυήσεις ότι η Τουρκία δεν θα προχωρήσει ξανά στην απόκτηση αντίστοιχων ρωσικών συστημάτων και δεν θα δημιουργήσει νέες εντάσεις που θα επηρεάσουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Έτσι, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση: από τη μία πλευρά επιδιώκει την επιστροφή της στα προηγμένα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα και από την άλλη καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας επιλογής που δημιούργησε βαθύ ρήγμα στις σχέσεις της με τη Μόσχα

Η υπόθεση των S-400 επανήλθε στο προσκήνιο και μέσα από την πρόσφατη έκθεση της Εθνικής Ακαδημίας Πληροφοριών (ΜΙΤ) της Τουρκίας, η οποία επιχείρησε να αποτυπώσει τις συνέπειες της συγκεκριμένης επιλογής, αλλά και να παρουσιάσει μια διαφορετική ανάγνωση των γεγονότων.

Τουρκία: Η «μαύρη τρύπα» των 20 δις δολαρίων- Οι ρωσικοί S-400 δεν κοστίζουν μόνο τα αμερικανικά F-35 στον Ερντογάν!

Σύμφωνα με την έκθεση, η αγορά των ρωσικών συστημάτων αεράμυνας αποτέλεσε τον μοναδικό λόγο για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των υπερσύγχρονων μαχητικών F-35. Παράλληλα, οι συντάκτες της υποστηρίζουν ότι η ενεργοποίηση του αμερικανικού νόμου CAATSA δεν επηρέασε μόνο τις διμερείς σχέσεις Ουάσιγκτον – Άγκυρας, αλλά προκάλεσε πλήγμα στη συνοχή του ΝΑΤΟ και στην κοινή αποτρεπτική ικανότητα της Συμμαχίας.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν στην απώλεια των F-35. Το ντόμινο των συνεπειών επεκτάθηκε σε μια σειρά από περιορισμούς και εμπάργκο που επηρέασαν διαφορετικούς τομείς της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν οι περιορισμοί του Καναδά στα ηλεκτρο-οπτικά συστήματα, οι γερμανικοί περιορισμοί στον κινητήρα του τουρκικού άρματος μάχης Altay, αλλά και οι αμερικανικές αντιρρήσεις για τους εκτοξευτές Mk41 που προορίζονταν για τις νέες φρεγάτες Istif.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών, τα μέτρα αυτά προκάλεσαν «βραχυπρόθεσμα κόστη, καθυστερήσεις στα εξοπλιστικά προγράμματα και κενά στις στρατιωτικές δυνατότητες».

Η πίεση αυτή αποτυπώθηκε και στους αμυντικούς προϋπολογισμούς της Τουρκίας. Οι δαπάνες για την άμυνα αυξήθηκαν σημαντικά, από περίπου 13 δισεκατομμύρια δολάρια το 2021, με την πρόβλεψη για το 2025 να φτάνει τα 32,6 δισεκατομμύρια.

Η έκθεση, ωστόσο, επιχειρεί να δώσει και μια θετική διάσταση στην εξέλιξη αυτή, υποστηρίζοντας ότι η πίεση των κυρώσεων λειτούργησε ως επιταχυντής για την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα, η χώρα κατάφερε να αυξήσει το ποσοστό εγχώριας παραγωγής στο 82% και να ξεπεράσει τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια σε εξαγωγές αμυντικού υλικού το 2025.

Ωστόσο, τα πρακτικά της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, τα οποία εντόπισε και ανέλυσε το ant1news.gr, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα. Μια εικόνα όπου η αντιπολίτευση, ήδη από την πρώτη στιγμή της συμφωνίας, προειδοποιούσε ότι η αγορά των S-400 δεν αποτελούσε στρατηγικό θρίαμβο αλλά ένα επικίνδυνο αδιέξοδο.

Οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές περιέγραφαν την επιλογή της κυβέρνησης Ερντογάν ως μια «αποτυχημένη μπλόφα» απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία τελικά εγκλώβισε την Τουρκία σε ένα καθεστώς κυρώσεων, της αφαίρεσε την πρόσβαση στα F-35 και δημιούργησε έναν λογαριασμό δισεκατομμυρίων.

Η εξέλιξη της οικονομικής ζημιάς καταγράφεται μέσα από τις παρεμβάσεις των βουλευτών χρόνο με τον χρόνο.

Ήδη από το 2017, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η προμήθεια, ο βουλευτής του φιλοκουρδικού HDP Garo Paylan έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία ετοιμαζόταν να δαπανήσει δισεκατομμύρια για ένα σύστημα χωρίς σαφή προσδιορισμό απειλής, την ώρα που μεγάλος αριθμός πολιτών αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.

Δύο χρόνια αργότερα, το 2019, οι πρώτες καταγγελίες περί «μπλόφας» άρχισαν να ακούγονται ανοιχτά μέσα στην τουρκική βουλή.

Ο Feridun Bahsi, βουλευτής του Καλού Κόμματος (İYİ Parti), έθεσε το ερώτημα αν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τη συνάντησή του με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, είχε αποφασίσει να θέσει τους πυραύλους απλώς «στην αποθήκη».

Από την ίδια πολιτική παράταξη, ο Ahmet Kamil Erozan υποστήριξε ότι το σύστημα κινδύνευε να παραμείνει ανενεργό, αφήνοντας τους πυραύλους «να σαπίζουν».

Το 2020, η πολιτική αντιπαράθεση κλιμακώθηκε. Το Καλό Κόμμα άρχισε να κάνει λόγο για 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια που «πετάχτηκαν» σε μια αγορά χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, ενώ το HDP πρόσθεσε στον λογαριασμό και την απώλεια των F-35, υπολογίζοντας την αρχική ζημιά από τα δύο προγράμματα στα 6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στο επίκεντρο της συζήτησης παρέμενε ένα ερώτημα που επαναλαμβανόταν όλο και πιο έντονα: αν οι S-400 θα κατέληγαν τελικά «να σαπίζουν στην αποθήκη».

Το 2021, ο Garo Paylan επανήλθε στο θέμα επιχειρώντας να καταγράψει τον άμεσο οικονομικό απολογισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Τουρκία είχε ήδη επιβαρυνθεί με 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια για τους S-400 και επιπλέον 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια από την προκαταβολή που είχε καταβληθεί για τα F-35.

Συνολικά, έκανε λόγο για 3,9 δισεκατομμύρια δολάρια «στον βρόντο», ποσό που εκείνη την περίοδο αντιστοιχούσε περίπου σε 40 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες.

Έναν χρόνο αργότερα, το 2022, βουλευτές του Καλού Κόμματος υποστήριζαν ότι το κόστος ενός συστήματος το οποίο παρέμενε ανενεργό και «κρατείται σε υπόστεγα επί τέσσερα χρόνια» ξεπερνούσε ακόμη και τα ετήσια κέρδη ολόκληρου του τουρκικού αμυντικού τομέα.

Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε την περίοδο 2023-2024, όταν η μεγαλύτερη αντιπολιτευτική παράταξη της Τουρκίας πέρασε σε ευθεία επίθεση κατά της κυβέρνησης Ερντογάν, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τον λογαριασμό της ζημιάς.

Ο Hikmet Yalım Halıcı από το CHP παρουσίασε στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προχωρούσε στην απόκτηση 40 υπερσύγχρονων μαχητικών F-35 με κόστος περίπου 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, την ίδια στιγμή που η Τουρκία, εξαιτίας του αποκλεισμού της από το πρόγραμμα των F-35, αναγκαζόταν να κατευθυνθεί σε μια διαφορετική επιλογή, ύψους περίπου 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για την αναβάθμιση και αγορά F-16.

Την ίδια περίοδο, ο Erhan Usta από το Καλό Κόμμα υπολόγισε ότι το συνολικό κόστος της επιλογής των S-400 είχε πλέον φτάσει τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια. Στον υπολογισμό του συμπεριλάμβανε τα 2,5 δισεκατομμύρια για την αγορά του ρωσικού συστήματος, τα 1,4 δισεκατομμύρια που χάθηκαν από το πρόγραμμα των F-35, αλλά και περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια από τις απώλειες εξαγωγών και βιομηχανικών συμβολαίων που συνδέονταν με την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα του αμερικανικού μαχητικού.

Η ίδια συζήτηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με το Καλό Κόμμα να ανεβάζει πλέον την εκτίμηση της συνολικής οικονομικής απώλειας στα 15 έως 20 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η ρητορική της αντιπολίτευσης έγινε ακόμη πιο σκληρή. Το CHP χαρακτήρισε τους πυραύλους που παραμένουν αποθηκευμένοι ως «σωρό από παλιοσίδερα», ενώ το Καλό Κόμμα τους περιέγραψε ως άχρηστα «μπουριά σόμπας», υποστηρίζοντας ότι η χώρα πλήρωσε ένα τεράστιο οικονομικό τίμημα χωρίς ουσιαστικό στρατιωτικό όφελος.

Η κριτική, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στους αριθμούς. Οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές επιχείρησαν να αναδείξουν και το κοινωνικό κόστος της συγκεκριμένης εξοπλιστικής επιλογής.

Το HDP είχε ζητήσει την επιστροφή των συστημάτων στη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα που δαπανήθηκαν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για κοινωνικές ανάγκες. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το ίδιο ποσό θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την πρόσληψη 200.000 εκπαιδευτικών ή να συμβάλει στην επίλυση προβλημάτων εκατομμυρίων πολιτών που δεν μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν λόγω των ηλικιακών περιορισμών.

Σε πιο ειρωνικό τόνο, το CHP είχε καλέσει το 2020 τον Ερντογάν να αξιοποιήσει την «επιρροή» που υποτίθεται ότι απέκτησε μέσω της συμφωνίας των 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, προκειμένου να λύσει ακόμη και το πρόβλημα των τουρκικών εξαγωγών φράουλας προς τη Ρωσία.

Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 2023, η κριτική απέκτησε ακόμη πιο έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Βουλευτής του DEM διερωτήθηκε πόσα χιλιάδες κοντέινερ θα μπορούσαν να είχαν αγοραστεί για τους σεισμόπληκτους πολίτες με τα δισεκατομμύρια που δόθηκαν για τους S-400.

Η χαμένη υπόσχεση της τεχνολογικής μεταφοράς

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της κυβέρνησης Ερντογάν για την επιλογή των S-400 ήταν ότι η συμφωνία με τη Ρωσία δεν αφορούσε μόνο την αγορά ενός οπλικού συστήματος, αλλά θα άνοιγε τον δρόμο για μεταφορά τεχνογνωσίας και κοινή παραγωγή.

Η συγκεκριμένη υπόσχεση, όμως, βρέθηκε γρήγορα στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το 2020, βουλευτές του Καλού Κόμματος υποστήριξαν μέσα στην τουρκική βουλή ότι η ρωσική πλευρά είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για ουσιαστική μεταφορά τεχνολογίας.

Μάλιστα, το 2022 διατυπώθηκε το ερώτημα αν ο τουρκικός στρατός είχε τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει πλήρως το σύστημα χωρίς την παρουσία Ρώσων τεχνικών.

Δύο χρόνια αργότερα, το 2024, το CHP επανήλθε με ακόμη πιο σκληρή καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι η υπόσχεση περί κοινής παραγωγής αποτελούσε «ένα τεράστιο ψέμα που ειπώθηκε στο τουρκικό έθνος» και ότι «δεν μεταφέρθηκε ούτε ένα γραμμάριο τεχνολογίας».

Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μια επιλογή η οποία παρουσιάστηκε ως βήμα προς την αμυντική ανεξαρτησία, τελικά δημιούργησε μια νέα μορφή εξάρτησης από τη Ρωσία.

Παράλληλα, από τα πρώτα χρόνια της διαμάχης, αναλυτές και βουλευτές είχαν επισημάνει ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: οι S-400 παρέμεναν ένα αυτόνομο, «stand-alone» σύστημα, χωρίς πλήρη ενσωμάτωση στην τουρκική αρχιτεκτονική έγκαιρης προειδοποίησης.

Ο βουλευτής Sezgin, το 2020, είχε υποστηρίξει ότι ακριβώς αυτή η αδυναμία περιόριζε σημαντικά την επιχειρησιακή τους αξία.

Οι S-400 στις αποθήκες και η διαμάχη για τους Patriot

Υπό το βάρος της αυξανόμενης κριτικής για το γεγονός ότι οι S-400 παρέμεναν ανενεργοί, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας Yaşar Güler προσπάθησε τον Νοέμβριο του 2024, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον προϋπολογισμό του 2025, να διασκεδάσει τις εντυπώσεις.

Υποστήριξε ότι οι υποδομές είναι έτοιμες και ότι το σύστημα μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσα σε μόλις 12 ώρες σε περίπτωση σοβαρής αεροπορικής απειλής.

Παράλληλα, ανέφερε ότι πλέον «οι Αμερικανοί δεν έχουν καμία αντίρρηση», υπό την προϋπόθεση ότι τα συστήματα παραμένουν υπό τον τουρκικό έλεγχο.

Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης Ερντογάν αφορούσε την ανάγκη αγοράς των S-400 λόγω της υποτιθέμενης άρνησης των ΗΠΑ να πουλήσουν στην Τουρκία το σύστημα Patriot.

Η θέση αυτή αμφισβητήθηκε έντονα από την αντιπολίτευση.

Από το 2020, βουλευτής του Καλού Κόμματος υποστήριζε στα πρακτικά της τουρκικής βουλής ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν αρνηθεί την πώληση των Patriot, αλλά η Άγκυρα είχε απορρίψει την πρόταση επειδή ζητούσε μεταφορά τεχνολογίας — κάτι που τελικά, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, δεν εξασφάλισε ούτε από τη Ρωσία.

Το CHP επανέφερε μάλιστα τα ίδια τα λόγια του Ερντογάν από το 2019, όταν ο Τούρκος πρόεδρος είχε παραδεχθεί ότι οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να δώσουν τους Patriot, αλλά «τα κλειδιά θα έμεναν σε εκείνους».

Η τελευταία ειρωνεία

Η υπόθεση των S-400 επανήλθε στην επικαιρότητα και κατά τη διάρκεια της κρίσης ΗΠΑ – Ιράν τον Μάρτιο του 2026.

Όταν ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι εισήλθαν στον τουρκικό εναέριο χώρο, οι ρωσικοί S-400 παρέμειναν στα υπόστεγά τους.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας της τουρκικής βουλής, Hulusi Akar, ερωτηθείς από δημοσιογράφους γιατί το σύστημα δεν χρησιμοποιήθηκε, απάντησε ότι το Ιράν αρνήθηκε την εκτόξευση και πρόσθεσε ότι λαμβάνονται μέτρα «συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων Patriot».

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης ήταν άμεση και δηκτική:

«Πού είναι οι S-400; Γιατί φέρνουμε Patriot αφού οι S-400 έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια; Ή μήπως δώσατε εγγυήσεις στις ΗΠΑ ότι δεν θα τους χρησιμοποιήσετε ποτέ;»

Το ερώτημα αυτό συμπυκνώνει και την πολιτική ειρωνεία που συνοδεύει μέχρι σήμερα την επιλογή των S-400: ένα σύστημα που αποκτήθηκε ως σύμβολο ανεξαρτησίας από τη Δύση, κατέληξε να βρίσκεται εκτός επιχειρησιακής αξιοποίησης, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα νατοϊκό σύστημα —τους Patriot— που κάποτε επιχείρησε να αντικαταστήσει.

Exit mobile version