Τουρκία: O Ερντογάν συνεχίζει τις απειλές σε Ελλάδα και Ισραήλ και ποντάρει στη δημιουργία τετελεσμένων- Πως η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο και τι θέλει να προλάβει η Άγκυρα

Ο Τούρκος Πρόεδρος προειδοποίησε ότι, εάν η Ελλάδα δεν αλλάξει πορεία, «η Τουρκία θα κάνει ό,τι χρειαστεί».

Μία μόλις ημέρα μετά την υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας – Ισραήλ για την ανάπτυξη του «θόλου», ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, στέλνοντας αυτή τη φορά ένα μήνυμα που κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί διπλωματικά ουδέτερο.

Τουρκία: O Ερντογάν συνεχίζει τις απειλές σε Ελλάδα και Ισραήλ και ποντάρει στη δημιουργία τετελεσμένων- Πως η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο και τι θέλει να προλάβει η Άγκυρα

Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν θεωρείται στην Αθήνα. Την ημέρα που έπεφταν οι υπογραφές στη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο Ερντογάν βρισκόταν στο Κιργιστάν, συμμετέχοντας στη Διάσκεψη του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης.

Την επομένη, κατά τη διάρκεια της επιστροφής του αεροπορικώς στην Άγκυρα, επέλεξε να εξαπολύσει ευθεία επίθεση κατά της Ελλάδας, επαναφέροντας στο προσκήνιο, με τρόπο εμφατικό, την πάγια τουρκική αξίωση περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών.

Ο Τούρκος Πρόεδρος κάλεσε την Ελλάδα να «αλλάξει πορεία» και «να εγκαταλείψει τη στρατιωτικοποίηση των νησιών που έχουν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς», ενώ τόνισε πως «όποιος ερμηνεύει την ήρεμη και λογική προσέγγιση της Τουρκίας ως αδυναμία κάνει ένα σοβαρό λάθος».

Όταν, μάλιστα, οι δημοσιογράφοι που τον συνόδευαν τον ρώτησαν τι θα πράξει εάν η Αθήνα συνεχίσει να εξοπλίζει τα νησιά, ο Ερντογάν δεν άφησε περιθώρια για παρερμηνείες. Προχώρησε σε μία ακόμη απειλητική τοποθέτηση, λέγοντας πως «θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο».

Δεν επρόκειτο, ωστόσο, για μια αποσπασματική δήλωση. Ο Ερντογάν γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε και, κυρίως, σε ποια χρονική στιγμή το έλεγε. Αυτό αποδεικνύεται και από τη συνέχεια που έδωσε η τουρκική Προεδρία, η οποία φρόντισε να απομαγνητοφωνήσει και να διανείμει στα τουρκικά ΜΜΕ τις δηλώσεις του. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης ανέλαβαν στη συνέχεια να διογκώσουν το θέμα, τροφοδοτώντας ένα νέο κύμα ανθελληνικής ρητορικής και καλλιεργώντας στην τουρκική κοινή γνώμη την εικόνα ότι η Ελλάδα, σε συνεργασία με το Ισραήλ, επεξεργάζεται σχέδια που στρέφονται εναντίον της Τουρκίας.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, ωστόσο, από όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες στη γειτονική χώρα βρίσκεται αλλού: στην αγωνία που αποτυπώνεται για την επιχειρησιακή αξία της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Στην τουρκική ανάλυση έχει αρχίσει να παγιώνεται η εκτίμηση ότι, με την ανάπτυξη του ελληνικού θόλου, η Ελλάδα θα διαθέτει πλέον τη δυνατότητα να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να αντιδρά εγκαίρως σε τουρκικές κινήσεις. Με άλλα λόγια, ο θόλος δημιουργεί ένα νέο δεδομένο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, περιορίζοντας σημαντικά το περιθώριο για έναν αιφνιδιασμό.

Και αυτό ακριβώς είναι που φαίνεται να ανησυχεί περισσότερο την Άγκυρα.

Η οργίλη τουρκική αντίδραση στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και ο απροκάλυπτος υπαινιγμός του Ερντογάν ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιχειρήσει να επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών διά της ισχύος αποτελούν, επί της ουσίας, την προσωρινή κορύφωση μιας περιόδου κατά την οποία η Άγκυρα έχει καταστήσει σαφές ότι η προηγούμενη λογική των «ήρεμων νερών» δεν αποτελεί πλέον αυτοσκοπό για την ίδια.

Η νέα αυτή περίοδος είχε ουσιαστικά ξεκινήσει τον Δεκαπενταύγουστο, με την ανακοίνωση των παράνομων τουρκικών θαλάσσιων πάρκων. Ακολούθησε η έξοδος τουρκικού ερευνητικού πλοίου νοτίως του Καστελλόριζου, ενώ στη συνέχεια καταγράφηκαν νέες προκλήσεις και παραβιάσεις σε θαλάσσιες περιοχές. Το σκηνικό συμπληρώθηκε τώρα από τις απειλές και τους υπαινιγμούς του ίδιου του Τούρκου Προέδρου.

Υπό αυτά τα δεδομένα, στην Αθήνα θεωρούν πλέον πολύ πιθανό ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει τόσο την επανεκκίνηση των εργασιών για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου όσο και, κυρίως, την εγκατάσταση των ισραηλινών συστημάτων της «Ασπίδας του Αχιλλέα» στα ελληνικά νησιά, όταν αυτή αρχίσει να υλοποιείται.

Η Αθήνα, πάντως, δεν έδειξε να πτοείται από τις τουρκικές απειλές. Αντιθέτως, απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο την προσπάθεια της Άγκυρας να παρέμβει στις αποφάσεις της Ελλάδας για την ενίσχυση της αμυντικής της θωράκισης.

Η απάντηση στον Ερντογάν ήρθε άμεσα και από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, στο Μέγαρο Μαξίμου την Πέμπτη.

«Δεν νοείται να υπάρχει ενεργή απειλή πολέμου και αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας από μια χώρα η οποία προσδοκά στη βελτίωση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, την οποία θέλουμε να ενισχύσουμε, δεν μπορεί παρά να συμβαδίζει με την οικοδόμηση σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα. Θα το ξαναπώ: η πατρίδα μου είναι μια ειρηνική χώρα, η οποία δεν συνιστά απειλή για κανέναν. Δεν θα δεχθεί, όμως, και υποδείξεις από κανέναν για το πώς θα ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση», ξεκαθάρισε ο πρωθυπουργός.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος έθεσε ενώπιον των Ευρωπαίων ομολόγων του, στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ε.Ε., το ζήτημα των παράνομων τουρκικών θαλάσσιων πάρκων, αλλά και το συνολικό πλέγμα των τουρκικών προκλήσεων του τελευταίου διαστήματος.

Παράλληλα, η Αθήνα έδωσε στη δημοσιότητα το περιεχόμενο του διαβήματος που είχε επιδώσει στις αρχές της περασμένης εβδομάδας στην Άγκυρα για τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα. Το διάβημα, το οποίο παραδόθηκε στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, αφορούσε τόσο τις δημόσιες τουρκικές ανακοινώσεις σχετικά με τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια όσο και τις προεδρικές αποφάσεις της 15ης Αυγούστου για την ανακήρυξη δύο «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων.

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, κατά την επίδοση του ελληνικού διαβήματος –και σε μια προφανή προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων– το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επέδωσε στον Έλληνα πρέσβη στην Άγκυρα ρηματικές διακοινώσεις, στις οποίες επαναλαμβάνονται οι ήδη δημοσίως διατυπωμένοι και ανυπόστατοι τουρκικοί ισχυρισμοί. Οι διακοινώσεις αυτές δόθηκαν αμέσως στη δημοσιότητα από την τουρκική πλευρά, την ώρα που το ελληνικό διάβημα αποσιωπήθηκε.

Σκληραίνει η ελληνική στάση

Στο ελληνικό διάβημα η Αθήνα απορρίπτει κατηγορηματικά ως αυθαίρετους και στερούμενους οποιασδήποτε νομικής βάσης τους τουρκικούς ισχυρισμούς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο έχει καθοριστεί με σαφήνεια και οριστικό τρόπο από τα σχετικά διεθνή συμβατικά κείμενα.

Παράλληλα, η Ελλάδα απορρίπτει ως άκυρη και στερούμενη έννομης ισχύος την ανακήρυξη των «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων στον βαθμό που αυτά εκτείνονται σε περιοχές εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας και εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Ίσως, όμως, το σημαντικότερο στοιχείο του ελληνικού διαβήματος είναι το μήνυμα που εκπέμπεται πλέον προς την Άγκυρα για τη στάση που θα τηρήσει η Αθήνα στο εξής. Η Ελλάδα προειδοποιεί ότι «η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναδεικνύει ενώπιον των Ευρωπαίων και διεθνών εταίρων της κάθε μονομερή ενέργεια που παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και θίγει την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα».

Πρόκειται για μια διατύπωση που σηματοδοτεί αλλαγή συμπεριφοράς. Η Αθήνα φαίνεται πλέον αποφασισμένη να μην αφήνει αναπάντητες τις τουρκικές κινήσεις και να διεθνοποιεί συστηματικά κάθε ενέργεια της Άγκυρας που θεωρεί ότι παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο.

Η «διόρθωση» αυτή στη διπλωματική συμπεριφορά της Ελλάδας δεν ήρθε από το πουθενά. Ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αναμενόμενη μετά τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις και, κυρίως, μετά τη χαρακτηριστική δήλωση του Γιώργου Γεραπετρίτη ότι τα «ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός», μια φράση που λειτούργησε ως σαφής ένδειξη ότι το προηγούμενο μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων περνά σε διαφορετική φάση.

Το ερώτημα πλέον είναι πώς θα πορευτούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις τους επόμενους μήνες. Και αυτό διότι στην Τουρκία θεωρούν ήδη ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να εμποδίσει το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, αλλά κυρίως την εγκατάσταση των συστημάτων της «Ασπίδας του Αχιλλέα» στα ελληνικά νησιά. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ερντογάν έχει δώσει το στίγμα των προθέσεών του.

Το καλώδιο και το γαλλικό ενδιαφέρον

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πλέον και η επανάληψη των ερευνών βυθού για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αναμένεται να επανέλθει σύντομα στο προσκήνιο, καθώς ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει προσδιορίσει ότι οι εργασίες θα ξεκινήσουν έως το τέλος του χρόνου.

Πίσω από το καλώδιο, πάντως, βρίσκεται ένα ιδιαίτερα έντονο διπλωματικό παρασκήνιο. Στο έργο έχουν πλέον εμπλακεί ενεργότερα και οι Γάλλοι, οι οποίοι μέσω της Meridiam έχουν αποκτήσει την πλειοψηφία. Το ζήτημα αναμένεται να συζητήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, κατά τη συνάντηση που θα έχουν αυτή την εβδομάδα στο Παρίσι.

Μετά τις τελευταίες δηλώσεις του Ερντογάν, πάντως, η προσπάθεια της Τουρκίας να αποτραπεί η εγκατάσταση των ισραηλινών αμυντικών συστημάτων της «Ασπίδας του Αχιλλέα» στα ελληνικά νησιά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την Άγκυρα.

Οι λόγοι είναι περισσότεροι από ένας.

Πρώτον, έχει ήδη διαμορφωθεί στην τουρκική κοινή γνώμη η εικόνα μιας Ελλάδας που βρίσκεται ολοένα και πιο κοντά στο Ισραήλ. Δεύτερον, η εγκατάσταση υπερσύγχρονων ισραηλινών συστημάτων στην ελληνική επικράτεια και μάλιστα σε μικρή απόσταση από τις τουρκικές ακτές δημιουργεί στην Άγκυρα την αίσθηση ότι μεταβάλλονται οι στρατιωτικές ισορροπίες και περιορίζονται τα περιθώρια κινήσεων της Τουρκίας.

Η Άγκυρα φοβάται αυτά τα αμυντικά συστήματα και για τον λόγο αυτό αναμένεται να κινηθεί το επόμενο διάστημα, επιχειρώντας να υπονομεύσει τη συμφωνία και, μέσω πιέσεων και απειλών, να εξασφαλίσει την εξαίρεση των ελληνικών νησιών από την εγκατάσταση των συστημάτων.

Το γεγονός ότι τα αμυντικά συστήματα –και οι πύραυλοι του πρώτου επιπέδου– πρόκειται να εγκατασταθούν στα νησιά θεωρείται, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεδομένο. Το έχουν άλλωστε αποκαλύψει και ισραηλινές πηγές στην «Jerusalem Post».

Τουρκία: O Ερντογάν συνεχίζει τις απειλές σε Ελλάδα και Ισραήλ και ποντάρει στη δημιουργία τετελεσμένων- Πως η Ασπίδα του Αχιλλέα μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο και τι θέλει να προλάβει η Άγκυρα

Με αυτά τα δεδομένα, το επόμενο διάστημα κάθε άλλο παρά εύκολο προδιαγράφεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η Τουρκία διαθέτει το μεγαλύτερο ναυτικό στην Ανατολική Μεσόγειο, όμως στον αέρα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με μια σημαντική ελληνική αποτρεπτική ικανότητα. Αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στην Άγκυρα είναι η προοπτική, σε περίπτωση που επιχειρήσει μέχρι τέλους να εμποδίσει την εγκατάσταση των συστημάτων, να βρεθεί αντιμέτωπη και με την ισραηλινή αεροπορική υπεροπλία.

Ωστόσο, υπάρχει κάτι που φαίνεται να απασχολεί ακόμη περισσότερο τους Τούρκους επιτελείς: η δυνατότητα του ελληνικού θόλου να παρέχει κρίσιμες πληροφορίες για τις κινήσεις της Τουρκίας. Ιδίως στην περίπτωση που, για οποιονδήποτε λόγο, η Άγκυρα βρεθεί αντιμέτωπη με το Ισραήλ στη Συρία, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί στο εγγύς μέλλον.

Η Τουρκία είχε πιστέψει τους τελευταίους μήνες –και με τη συμβολή των ιδιαίτερα θερμών τοποθετήσεων του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και της Συμφωνίας της Μέκκας– ότι είχε αποκτήσει σημαντικά μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και, σε έναν βαθμό, το «πράσινο φως» για να προωθήσει τα σχέδιά της στην περιοχή.

Τώρα, όμως, βλέπει χώρες που μέχρι πρότινος θεωρούσε αντιπάλους ή που επιδίωκε να εξουδετερώσει να έρχονται πιο κοντά μεταξύ τους και να συγκροτούν ένα διαφορετικό πλέγμα ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό ακριβώς φοβάται η Άγκυρα. Και γι’ αυτό απειλεί.

Το Κάιρο στο ραντάρ της Αθήνας

Στο μεταξύ, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται και η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αίγυπτο, όπου την Τρίτη θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο Αμπντελφατάχ Αλ Σίσι. Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της Αιγύπτου με την Τουρκία έχουν παρουσιάσει αξιοσημείωτη κινητικότητα, γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο από την Αθήνα.

Ο πρωθυπουργός σχεδίαζε να πραγματοποιήσει το ταξίδι από τις αρχές Ιουλίου. Ωστόσο, η σημαντική βελτίωση των σχέσεων Αιγύπτου – Τουρκίας, με αποκορύφωμα την ανακοίνωση στα τέλη Ιουνίου της πρώτης κοινής στρατιωτικής άσκησης των δύο χωρών ύστερα από χρόνια, είχε προκαλέσει προβληματισμό στην Αθήνα.

Η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα, ωστόσο, υποχρέωσε τον πρωθυπουργό να αλλάξει τον προγραμματισμό του και να αναβάλει το ταξίδι.

Έκτοτε μεσολάβησαν αρκετές εξελίξεις, μεταξύ των οποίων και οι έντονες πιέσεις της Τουρκίας προς το Κάιρο να ενταχθεί στη Συμφωνία της Μέκκας. Δεν είναι τυχαίο ότι για τον λόγο αυτό ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επισκέφθηκε το Κάιρο πριν από λίγες εβδομάδες.

Η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Αιγύπτου και τη δυναμική που διαμορφώνεται στις σχέσεις της με την Τουρκία. Ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδει η ελληνική πλευρά στη σχέση με το Κάιρο είναι και το γεγονός ότι ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε πέντε τηλεφωνικές επαφές με τον Αιγύπτιο ομόλογό του Μπαντρ Αμπντελάτι από τις αρχές Αυγούστου.

Για την Αθήνα, η διατήρηση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης με την Αίγυπτο αποτελεί βασική προτεραιότητα. Το Κάιρο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σταθερές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς και οι συμμαχίες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Και από την πλευρά τους, πάντως, οι Αιγύπτιοι καταβάλλουν προσπάθεια να καταστήσουν σαφές προς την Αθήνα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει στη στρατηγική εταιρική σχέση των δύο χωρών. Το Κάιρο επιδιώκει να δείξει ότι η στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία δεν επηρεάζει τις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα ούτε πρόκειται να μεταβάλει τις πάγιες θέσεις της Αιγύπτου στα ζητήματα που ενδιαφέρουν άμεσα την Αθήνα.

Και το σημαντικότερο από αυτά είναι, ασφαλώς, η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Άλλωστε, στις συνομιλίες Γεραπετρίτη – Αμπντελάτι, η αιγυπτιακή πλευρά επιβεβαίωσε τη σημασία που αποδίδει στη στρατηγική σχέση με την Αθήνα, στα κοινά συμφέροντα και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια.

Το ζήτημα της Λιβύης

Οι διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Αιγύπτου θα βρεθούν στο επίκεντρο της συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αμπντελφατάχ Αλ Σίσι. Στο τραπέζι, όμως, αναμένεται να βρεθεί και η Λιβύη, ένα ζήτημα που αποκτά πλέον ιδιαίτερο βάρος για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Αθήνα και Τρίπολη έχουν επανεκκινήσει τις τεχνικές συνομιλίες για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ενώ παράλληλα διεξάγονται αντίστοιχες συζητήσεις ανάμεσα στην Τρίπολη και το Κάιρο.

Ο επόμενος γύρος των συνομιλιών αναμένεται μέσα στο φθινόπωρο και για την Αθήνα η διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, έχει ιδιαίτερη σημασία.

Και αυτό διότι στο παρασκήνιο εξακολουθεί να βαραίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο η ελληνική πλευρά θεωρεί απολύτως ασύμβατο με το Δίκαιο της Θάλασσας.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, ο συντονισμός με την αιγυπτιακή ηγεσία θεωρείται από την Αθήνα κρίσιμος. Το Κάιρο διαθέτει ιδιαίτερο πολιτικό και διπλωματικό βάρος στις σχέσεις του με τη Λιβύη και μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις.

Στην ατζέντα της επίσκεψης υπάρχει, τέλος, και ένα ζήτημα με ξεχωριστή πολιτική, ιστορική και συμβολική σημασία για την Ελλάδα: η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.

Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Μονής και της αιγυπτιακής κυβέρνησης βρίσκονται πλέον πολύ κοντά σε συμφωνία, στη βάση ενός καθεστώτος διπλής κυριότητας.

Exit mobile version