Ελληνοτουρκικά: Tι συμβαίνει με τα «δύο υπό ίδρυση στρατηγεία του ΝΑΤΟ» στην Τουρκία- Η διαρκής στρατηγική αναβάθμιση του Ερντογάν, η θέση της Ελλάδας και το πραγματικό ζητούμενο για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο

Την τελευταία περίοδο και ιδιαίτερα ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (6-8 Ιουλίου), η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα επικεντρώθηκε σε μια συγκεκριμένη εκτίμηση: ότι η Τουρκία εισέρχεται σε μια νέα φάση γεωπολιτικής αναβάθμισης, καθώς η Συμμαχία φέρεται να προχωρά στη δημιουργία δύο νέων στρατηγείων στην τουρκική επικράτεια.

Ελληνοτουρκικά: Tι συμβαίνει με τα «δύο υπό ίδρυση στρατηγεία του ΝΑΤΟ» στην Τουρκία- Η διαρκής στρατηγική αναβάθμιση του Ερντογάν, η θέση της Ελλάδας και το πραγματικό ζητούμενο για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο

Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ωστόσο, παρουσιάζει μια απλουστευμένη εικόνα της πραγματικότητας και δεν αποτυπώνει με ακρίβεια ούτε τη φύση της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας ούτε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η διαδικασία δημιουργίας και ένταξης νέων δομών διοίκησης στο ΝΑΤΟ.

Πιο συγκεκριμένα, το ΝΑΤΟ δεν έχει λάβει απόφαση ίδρυσης δύο νέων στρατηγείων στην Τουρκία ως αποτέλεσμα μιας αυτόνομης συμμαχικής πρωτοβουλίας που αποσκοπεί στην ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της Άγκυρας.

Αντιθέτως, η συγκεκριμένη εξέλιξη αφορά μια τουρκική πρόταση για την ένταξη υφιστάμενων εθνικών στρατιωτικών δομών στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure), μέσα από την προβλεπόμενη διαδικασία αξιολόγησης, πιστοποίησης και αποδοχής εθνικών σχηματισμών από τη Συμμαχία.

Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια απόφαση του ΝΑΤΟ να δημιουργήσει εξαρχής δύο νέες εγκαταστάσεις στην Τουρκία, αλλά για μια διαδικασία μέσω της οποίας η Άγκυρα επιχειρεί να διαθέσει υφιστάμενες στρατιωτικές δυνατότητες, υποδομές και διοικητικές δομές στην υπηρεσία των συμμαχικών αναγκών, προτείνοντας παράλληλα την ανάληψη της διοίκησής τους από Τούρκους αξιωματικούς.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεταβάλλει ουσιαστικά την εικόνα που έχει διαμορφωθεί στον δημόσιο διάλογο.

Για του λόγου το αληθές, το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας (βλέπε: link) έχει επιβεβαιώσει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία προήλθε από την Άγκυρα, σημειώνοντας ότι οι σχετικές εργασίες ξεκίνησαν ήδη από το 2023, στο πλαίσιο του Νοτιοανατολικού Περιφερειακού Σχεδίου του ΝΑΤΟ, ενώ η τουρκική πλευρά ενημέρωσε επίσημα τη Συμμαχία για την πρόθεσή της το 2024.

Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, σε αντίστοιχες περιπτώσεις η χώρα που επιθυμεί να φιλοξενήσει μια νέα συμμαχική δομή είναι εκείνη που υποβάλλει την πρόταση, διαθέτοντας εθνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, προσωπικό και υποδομές.

Στη συνέχεια, οι προτεινόμενες δομές περνούν από τη διαδικασία αξιολόγησης των αρμόδιων νατοϊκών οργάνων και, εφόσον πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια και λάβουν την απαραίτητη έγκριση, εντάσσονται στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure).

Η Άγκυρα έχει υποστηρίξει επίσης ότι το προτεινόμενο στρατηγείο στα Άδανα θα αποτελέσει πολυεθνική δομή του ΝΑΤΟ και ότι η διοίκησή του θα ανατεθεί σε Τούρκο στρατηγό.

Ωστόσο, η διαδικασία έγκρισης από τις αρμόδιες συμμαχικές αρχές δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, γεγονός που σημαίνει ότι η τελική απόφαση δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Αξίζει, συνεπώς, να υπογραμμιστεί ότι ενώ στην Ελλάδα επικράτησε σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη πως η δημιουργία των δύο στρατηγείων αποτελούσε ήδη ειλημμένη απόφαση της Συμμαχίας, δεν αναλύθηκε επαρκώς ο θεσμικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο λαμβάνονται τέτοιου είδους αποφάσεις στο ΝΑΤΟ.

Η ένταξη μιας εθνικής στρατιωτικής δομής στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure) δεν αποτελεί μονομερή επιλογή ενός κράτους-μέλους ούτε πραγματοποιείται αυτόματα.

Αντίθετα, απαιτείται η ολοκλήρωση συγκεκριμένων διαδικασιών αξιολόγησης, η διαπίστωση ότι πληρούνται οι συμμαχικές απαιτήσεις και, τελικά, η συναίνεση των κρατών-μελών της Συμμαχίας.

Το ζητούμενο για την Ελλάδα και ο «μετασχηματισμός» του ΝΑΤΟ

Το ουσιαστικό ζήτημα για την Ελλάδα, ωστόσο, δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην απλή παρακολούθηση των κινήσεων της Τουρκίας ή στην καταγραφή κάθε νέας πρωτοβουλίας που αναλαμβάνει η Άγκυρα στο εσωτερικό της Συμμαχίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι να γίνει κατανοητό γιατί η Τουρκία επιλέγει να αναλάβει τέτοιες πρωτοβουλίες, ποια στρατηγική επιδίωξη εξυπηρετούν και πώς αυτές συνδέονται με τη βαθύτερη αλλαγή που συντελείται σήμερα στη φυσιογνωμία του ΝΑΤΟ.

Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου στο Enikos.gr με τίτλο: «Από τη συλλογική άμυνα, στη Συμμαχία Ετοιμότητας: Η νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ και τι σημαίνει για την Ελλάδα», η Συμμαχία βρίσκεται σε μια περίοδο σημαντικού στρατηγικού μετασχηματισμού.

Το παραδοσιακό μοντέλο της συλλογικής άμυνας, το οποίο βασιζόταν κυρίως στην αποτροπή μέσω της συσσώρευσης στρατιωτικής ισχύος, εξελίσσεται σταδιακά προς ένα νέο πλαίσιο όπου η διαρκής επιχειρησιακή ετοιμότητα αποκτά πρωταρχική σημασία.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ΝΑΤΟ μετακινείται από μια λογική αποτροπής μέσω ισχύος (Deterrence by Power) προς μια αντίληψη αποτροπής μέσω ετοιμότητας (Deterrence by Readiness).

Η μετάβαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή ορολογίας, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη στρατηγική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η Συμμαχία αντιλαμβάνεται τις σύγχρονες απειλές και τις απαιτήσεις του νέου διεθνούς περιβάλλοντος.

Η έννοια της ετοιμότητας (readiness) δεν αναφέρεται πλέον μόνο στη δυνατότητα άμεσης ανάπτυξης δυνάμεων όταν προκύψει μια κρίση.

Αποκτά πλέον μια ευρύτερη και πιο απαιτητική διάσταση, καθώς συνδέεται όλο και περισσότερο με την έννοια της επιχειρησιακής ετοιμότητας διεξαγωγής πολέμου (warfighting readiness).

Δηλαδή, δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα στρατιωτικών μονάδων, αλλά την ικανότητα ενός κράτους και συνολικά της Συμμαχίας να σχεδιάζουν, να υποστηρίζουν και να διεξάγουν επιχειρήσεις υψηλής έντασης σε παρατεταμένο χρονικό ορίζοντα.

Στο νέο αυτό στρατηγικό περιβάλλον, η ετοιμότητα δεν αποτελεί μια στιγμιαία κατάσταση, αλλά μια διαρκή ικανότητα.

Απαιτεί συνεχή επένδυση σε στρατιωτικές δομές, διοικητικές δυνατότητες, αμυντική βιομηχανία, τεχνολογική υποστήριξη, υποδομές και μηχανισμούς ταχείας κινητοποίησης.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η έννοια της στρατηγικής αξίας ενός κράτους-μέλους μέσα στη Συμμαχία μεταβάλλεται.

Η γεωπολιτική σημασία ενός συμμάχου δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τη γεωγραφική του θέση, τον αριθμό των διαθέσιμων δυνάμεων ή τη συμμετοχή του σε επιχειρήσεις.

Συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την ικανότητά του να προσφέρει χειροπιαστές και διαρκείς δυνατότητες στη συλλογική λειτουργία του ΝΑΤΟ.

Με άλλα λόγια, στη νέα στρατηγική πραγματικότητα της Συμμαχίας, η επιρροή ενός κράτους δεν απορρέει μόνο από τη θέση του στον χάρτη, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να καταστεί χρήσιμο και αναγκαίο στοιχείο στη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να εξεταστεί και η τουρκική πρωτοβουλία για τη μετατροπή δύο υφιστάμενων στρατιωτικών δομών σε δομές ενταγμένες στο ΝΑΤΟ.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς γιατί η Τουρκία επιδιώκει τη δημιουργία δύο ακόμη στρατηγείων στην επικράτειά της.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί επιλέγει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.

Η απάντηση συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική μετάβαση που πραγματοποιεί σήμερα η Συμμαχία.

Η Άγκυρα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι στο νέο μοντέλο λειτουργίας του ΝΑΤΟ η επιρροή δεν προκύπτει μόνο από τη συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες, αλλά και από την ενεργή συμβολή στη δημιουργία επιχειρησιακών δυνατοτήτων.

Προσφέροντας στη Συμμαχία στρατιωτικές υποδομές, διοικητικές δομές και επιχειρησιακές δυνατότητες υψηλής ετοιμότητας, η Τουρκία επιχειρεί αφενός να ενισχύσει τη λειτουργική ικανότητα του ΝΑΤΟ και αφετέρου να διευρύνει τη θεσμική της παρουσία στο εσωτερικό του.

Ο στόχος της δεν περιορίζεται στη φιλοξενία μιας ακόμη στρατιωτικής εγκατάστασης.

Αφορά την απόκτηση μεγαλύτερου ρόλου στη νέα αρχιτεκτονική διοίκησης της Συμμαχίας και τη διαμόρφωση μιας εικόνας χώρας που διαθέτει κρίσιμες δυνατότητες για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων ασφαλείας.

Παράλληλα, ο κ. Ερντογάν επιδιώκει να παρουσιάσει την Τουρκία ως έναν αναντικατάστατο σύμμαχο στη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τη γεωγραφική της θέση, το εύρος των στρατιωτικών της υποδομών και τη δυνατότητά της να υποστηρίζει επιχειρήσεις σε περιοχές ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, όπως η Μαύρη Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ένα στρατηγείο του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική εγκατάσταση.

Αποτελεί έναν θεσμό με επιχειρησιακή, πολιτική και γεωστρατηγική σημασία.

Στους χώρους αυτούς συγκεντρώνεται προσωπικό από διαφορετικά κράτη-μέλη, πραγματοποιείται επιχειρησιακός σχεδιασμός, οργανώνονται και υποστηρίζονται ασκήσεις, ενισχύεται η διαλειτουργικότητα των συμμαχικών δυνάμεων και δημιουργείται ένας μόνιμος κόμβος αναφοράς για μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

Κατά συνέπεια, η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε θεσμική επιρροή και τις στρατιωτικές της υποδομές σε στρατηγικό κεφάλαιο για τη Συμμαχία.

Ελληνοτουρκικά: Tι συμβαίνει με τα «δύο υπό ίδρυση στρατηγεία του ΝΑΤΟ» στην Τουρκία- Η διαρκής στρατηγική αναβάθμιση του Ερντογάν, η θέση της Ελλάδας και το πραγματικό ζητούμενο για Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο

Η στρατηγική στόχευση της Τουρκίας, η πραγματική σημασία των στρατηγείων και το ερώτημα για την Ελλάδα

Η πρωτοβουλία της Τουρκίας για τη φιλοξενία δύο ακόμη στρατηγείων του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί μια απλή διαδικαστική κίνηση στο πλαίσιο της στρατιωτικής συνεργασίας με τη Συμμαχία.

Πρόκειται για μια εθνική πρωτοβουλία, η οποία, εφόσον ολοκληρώσει επιτυχώς τα προβλεπόμενα στάδια έγκρισης και ενταχθεί στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ, αποκτά πλέον σαφή συμμαχική διάσταση.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της τουρκικής στρατηγικής επιδίωξης.

Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι στο νέο στρατηγικό περιβάλλον του ΝΑΤΟ η θεσμική παρουσία δεν αποτελεί απλώς ζήτημα κύρους ή συμβολισμού.

Αποτελεί παράγοντα επιρροής.

Όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή ενός κράτους στις δομές διοίκησης, σχεδιασμού και επιχειρησιακής λειτουργίας της Συμμαχίας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητά του να επηρεάζει τις διαδικασίες, τις προτεραιότητες και τον τρόπο με τον οποίο το ΝΑΤΟ αντιλαμβάνεται τις περιφερειακές προκλήσεις ασφαλείας.

Συνεπώς, η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία μόνο ως μια στρατιωτική αναβάθμιση.

Την αντιλαμβάνεται ως εργαλείο ενίσχυσης της θεσμικής της παρουσίας και ως μέσο αύξησης της στρατηγικής της χρησιμότητας μέσα στη Συμμαχία.

Αυτό είναι και το στοιχείο που θα πρέπει να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη προσοχή στον ελληνικό δημόσιο διάλογο.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι οι τίτλοι περί «νέων στρατηγείων της Τουρκίας» ούτε η δημιουργία εντυπώσεων περί αυτόματης γεωπολιτικής αναβάθμισης της Άγκυρας.

Το πραγματικό ζήτημα είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα κράτη-μέλη επιχειρούν να ενισχύσουν τη θέση τους μέσα στο νέο στρατηγικό περιβάλλον της Συμμαχίας.

Η Τουρκία φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι το ΝΑΤΟ εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η επιχειρησιακή συνεισφορά, οι υποδομές, οι δυνατότητες διοίκησης και η ικανότητα υποστήριξης συμμαχικών επιχειρήσεων αποκτούν αυξανόμενη σημασία.

Για αυτόν τον λόγο επιδιώκει να συνδέσει τις εθνικές της δυνατότητες με τις ανάγκες της Συμμαχίας.

Να μετατρέψει, δηλαδή, τις στρατιωτικές της υποδομές σε παράγοντα στρατηγικής αξίας και τη γεωγραφική της θέση σε θεσμικό πλεονέκτημα.

Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα όχι μέσα από ένα πλαίσιο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, αλλά μέσα από μια ψύχραιμη ανάλυση των νέων δεδομένων.

Γιατί η γεωπολιτική επιρροή στο εσωτερικό μιας συμμαχίας δεν οικοδομείται μόνο μέσα από δηλώσεις, συμβολισμούς ή διπλωματικές παρουσίες.

Οικοδομείται μέσα από τη δυνατότητα ενός κράτους να προσφέρει λύσεις, δυνατότητες και υποδομές που θεωρούνται χρήσιμες και αναγκαίες από τους συμμάχους του.

Με άλλα λόγια, η αξία ενός κράτους μέσα σε έναν οργανισμό συλλογικής ασφάλειας δεν μετράται μόνο από τη θέση που κατέχει τυπικά, αλλά και από τον ρόλο που επιλέγει να διαδραματίσει στην πράξη.

Η διπλωματία και οι διεθνείς σχέσεις δεν διαμορφώνονται με όρους επικοινωνιακών εντυπώσεων.

Διαμορφώνονται μέσα από τη συστηματική προσπάθεια ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, της στρατηγικής χρησιμότητας και της θεσμικής παρουσίας.

Οι εικόνες, οι δηλώσεις και οι συμβολισμοί έχουν ασφαλώς τη δική τους σημασία.

Όμως η πραγματική τους αξία κρίνεται από τα αποτελέσματα που παράγουν στο πεδίο της στρατηγικής.

Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα πρέπει να αξιολογήσει τις τουρκικές κινήσεις όχι μόνο ως μέρος της διαχρονικής ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά ως έκφραση μιας ευρύτερης στρατηγικής προσαρμογής της Άγκυρας στις νέες απαιτήσεις της Συμμαχίας.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία αποκτά αυτομάτως μεγαλύτερη επιρροή μέσω των συγκεκριμένων πρωτοβουλιών.

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει έναν αντίστοιχο σχεδιασμό ώστε να ενισχύσει τη δική της θέση μέσα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ.

Το πραγματικό ζήτημα

Επομένως, το πραγματικό ζήτημα που θα έπρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου στην Ελλάδα και να απασχολεί τους αρμόδιους φορείς της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας δεν είναι απλώς η τουρκική πρωτοβουλία για τη δημιουργία δύο νέων στρατηγείων.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι η Τουρκία φαίνεται να έχει αντιληφθεί εγκαίρως τη στρατηγική μετάβαση που συντελείται στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και επιχειρεί να προσαρμόσει ανάλογα τον εθνικό της σχεδιασμό.

Ο στόχος της δεν περιορίζεται στη φιλοξενία δύο επιπλέον δομών στη γεωγραφική της επικράτεια.

Αφορά την ενίσχυση της θεσμικής της επιρροής, την αύξηση της στρατηγικής της χρησιμότητας και τελικά τη διεκδίκηση ενός αναβαθμισμένου ρόλου στη νέα αρχιτεκτονική διοίκησης και επιχειρησιακής λειτουργίας της Συμμαχίας.

Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά δύο στρατηγεία.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ αντιλαμβάνονται τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της Συμμαχίας και αξιοποιούν τα διαθέσιμα εργαλεία προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους.

Αφορά τη δυνατότητα ενός κράτους να μετατρέπει τις εθνικές του δυνατότητες σε συμμαχική αξία.

Να μετατρέπει τις υποδομές του σε στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Και τελικά να μετατρέπει τη συμμετοχή του σε έναν διεθνή οργανισμό σε πραγματική επιρροή.

Η Τουρκία, όπως φαίνεται, έχει ήδη διαμορφώσει μια συγκεκριμένη στρατηγική για την ενίσχυση της θεσμικής της παρουσίας στο ΝΑΤΟ.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Άγκυρα θα επιτύχει πλήρως τους στόχους που έχει θέσει.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει μια αντίστοιχα συνεκτική και μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, ώστε να ενισχύσει τη δική της θέση στο νέο στρατηγικό περιβάλλον της Συμμαχίας.

Διότι στο νέο ΝΑΤΟ της ετοιμότητας, της διαρκούς επιχειρησιακής προσαρμογής και της αυξημένης απαίτησης για στρατηγική συνεισφορά, η γεωπολιτική αξία δεν είναι ένα δεδομένο που απλώς υπάρχει.

Είναι ένα αποτέλεσμα που οικοδομείται.

Και οικοδομείται μέσα από επιλογές, πρωτοβουλίες και τη δυνατότητα ενός κράτους να αποδεικνύει ότι αποτελεί αναγκαίο και χρήσιμο παράγοντα για τη συλλογική ασφάλεια.

Exit mobile version