Μέση Ανατολή: Ο Ντονάλντ Τραμπ ως «απόλυτος εγγυητής» ασφαλείας, η σταδιακή «μετατόπιση» της Σαουδικής Αραβίας και οι κίνδυνοι της «Συμφωνίας της Μέκκας» για την ελληνική διπλωματία που παραμένει σχεδόν αδρανής!

Η ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του Περσικού Κόλπου βρίσκεται ενώπιον μιας από τις βαθύτερες και κρισιμότερες γεωπολιτικές αναδιατάξεις της σύγχρονης εποχής.

Μέση Ανατολή: Ο Ντονάλντ Τραμπ ως «απόλυτος εγγυητής» ασφαλείας, η σταδιακή «μετατόπιση» της Σαουδικής Αραβίας και οι κίνδυνοι της «Συμφωνίας της Μέκκας» για την ελληνική διπλωματία που παραμένει σχεδόν αδρανής!

Η σταδιακή μετατόπιση του αμερικανικού ρόλου ως απόλυτου εγγυητή της περιφερειακής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την επιθετική στρατηγική του Ιράν και την ολοένα συστηματικότερη αξιοποίηση ασύμμετρων απειλών, αναγκάζει τις περιφερειακές δυνάμεις να επανεξετάσουν από μηδενική βάση τα παραδοσιακά τους δόγματα αποτροπής.

Σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό γεωπολιτικό σκηνικό, η πιθανότητα διάδοσης της πυρηνικής τεχνολογίας δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό ή μακρινό ενδεχόμενο. Αντιθέτως, μετατρέπεται σταδιακά σε κρίσιμο εργαλείο στρατηγικής επιβίωσης, αποτροπής και διπλωματικής «μόχλευσης» για τα κράτη που αισθάνονται ότι το υφιστάμενο σύστημα ασφαλείας δεν επαρκεί πλέον για να εγγυηθεί την επιβίωσή τους.

Η νέα αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα στις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ριάντ, στην ενίσχυση των δεσμών του με το Πακιστάν και την Τουρκία, στην περίπλοκη σχέση Ισραήλ–Κατάρ και, τελικά, στις άμεσες επιπτώσεις που η αναδιαμόρφωση αυτή των περιφερειακών ισορροπιών έχει για την ελληνική ασφάλεια και εξωτερική πολιτική.

Σαουδική Αραβία: Απομάκρυνση από την «ομπρέλα ασφαλείας» των ΗΠΑ;

Για πολλές δεκαετίες, το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας λειτουργούσε ως χαρακτηριστικό «κράτος-εισοδηματίας», στηριζόμενο στα τεράστια έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου. Η οικονομική ευρωστία του σαουδαραβικού κράτους και, κατ’ επέκταση, η πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος συνδέονταν άρρηκτα με την ομαλή συμμετοχή του στο διεθνές οικονομικό σύστημα και, κυρίως, με τις ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας που παρείχε η Ουάσιγκτον.

Η συγκεκριμένη στρατηγική σχέση λειτουργούσε επί δεκαετίες ως βασικό ανάχωμα απέναντι στην ανάπτυξη ενός αυτόνομου σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος. Το Ριάντ δεν διέθετε την αναγκαία επιστημονική και τεχνολογική βάση, ενώ ταυτόχρονα δεν είχε κανέναν λόγο να διακινδυνεύσει διεθνείς κυρώσεις, διπλωματικές πιέσεις ή μια μετωπική σύγκρουση με τις ΗΠΑ.

Η άνοδος, όμως, του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και οι σαρωτικές γεωπολιτικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας μεταβάλλουν σταδιακά αυτή την ισορροπία. Οι επαναλαμβανόμενες ασύμμετρες επιθέσεις από δυνάμεις που συνδέονται με το Ιράν, όπως οι Χούθι και οι ιρακινές πολιτοφυλακές, με κορυφαίο παράδειγμα τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις της Aramco στο Αμπκάικ και το Χουράις, ανέδειξαν με τον πλέον οδυνηρό τρόπο τα όρια της συμβατικής άμυνας απέναντι σε έναν αντίπαλο που διεξάγει πόλεμο μέσω αντιπροσώπων, drones και πυραυλικών συστημάτων.

Παράλληλα, η σταδιακά διαφαινόμενη απροθυμία της Ουάσιγκτον να λειτουργεί ως απόλυτος και άμεσος εγγυητής της σαουδαραβικής ασφάλειας ενίσχυσε την ανάγκη του Ριάντ να αναζητήσει εναλλακτικά επίπεδα στρατηγικής αυτονομίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η επιδίωξη ενός μη στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο στόχος δεν είναι κατ’ ανάγκη η άμεση κατασκευή πυρηνικής κεφαλής. Πολύ περισσότερο, αφορά την απόκτηση της τεχνολογικής, επιστημονικής και βιομηχανικής βάσης που θα επέτρεπε στο βασίλειο να αποκτήσει, εφόσον το απαιτήσουν οι συνθήκες, τη δυνατότητα ταχείας μετάβασης σε στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Με άλλα λόγια, το Ριάντ επιδιώκει να διαθέτει ένα στρατηγικό «δίχτυ ασφαλείας»: μια τεχνολογική υποδομή που θα του επιτρέπει να προσαρμοστεί γρήγορα σε περίπτωση που η Τεχεράνη πραγματοποιήσει το τελικό βήμα και αποκτήσει δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο. Η πυρηνική τεχνολογία, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ενεργειακό ή τεχνολογικό εργαλείο, αλλά ως δυνητικό μέσο αποτροπής και στρατηγικής επιβίωσης.

Η σύγκλιση Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας

Η επιθυμία του Ριάντ να περιορίσει την εξάρτησή του από τις αμερικανικές εγγυήσεις προσκρούει, ωστόσο, στους αυστηρούς περιορισμούς της αμερικανικής νομοθεσίας γύρω από τη μεταφορά τεχνολογίας πυρηνικού εμπλουτισμού. Το γεγονός αυτό ωθεί τη Σαουδική Αραβία να αναζητήσει εναλλακτικούς δρόμους και να ενισχύσει περιφερειακές συνεργασίες, με το Πακιστάν και την Τουρκία να αναδεικνύονται σε δύο ιδιαίτερα σημαντικούς εταίρους.

Το Πακιστάν αποτελεί ίσως τον πλέον προφανή στρατηγικό εταίρο. Ως η μοναδική μουσουλμανική χώρα που διαθέτει ήδη επιχειρησιακό πυρηνικό οπλοστάσιο, έχει οικοδομήσει εδώ και δεκαετίες στενές σχέσεις με το Ριάντ, τόσο σε οικονομικό όσο και σε αμυντικό επίπεδο. Εφόσον οι δυτικές πιέσεις περιορίσουν ή μπλοκάρουν τις σαουδαραβικές φιλοδοξίες, το Ισλαμαμπάντ διαθέτει την επιστημονική τεχνογνωσία και την εμπειρία που απαιτείται για να προσφέρει τεχνολογική και στρατηγική υποστήριξη. Στο πιο ακραίο σενάριο, η σχέση αυτή θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μιας εξωτερικής πυρηνικής «ομπρέλας» για το Ριάντ.

Η Τουρκία, από την πλευρά της, εισέρχεται στην εξίσωση ως ένας ολοένα ισχυρότερος τεχνολογικός και στρατιωτικός εταίρος. Η Άγκυρα έχει επενδύσει σημαντικά στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, αναπτύσσοντας προηγμένα μη επανδρωμένα συστήματα, πυραυλικά προγράμματα και ένα ευρύτερο οικοσύστημα αμυντικής τεχνολογίας, ενώ παράλληλα οικοδομεί τις δικές της μη στρατιωτικές πυρηνικές υποδομές.

Η σύγκλιση των τριών χωρών δημιουργεί, έτσι, τις προϋποθέσεις για την ανάδυση ενός ισχυρότερου σουνιτικού πόλου στρατηγικής αυτονομίας. Ενός πόλου που δεν επιδιώκει απλώς να αντιμετωπίσει την ιρανική περιφερειακή επιρροή, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ και να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στα ίδια τα μέσα της αποτροπής του.

Μέση Ανατολή: Ο Ντονάλντ Τραμπ ως «απόλυτος εγγυητής» ασφαλείας, η σταδιακή «μετατόπιση» της Σαουδικής Αραβίας και οι κίνδυνοι της «Συμφωνίας της Μέκκας» για την ελληνική διπλωματία που παραμένει σχεδόν αδρανής!

Η δυναμική Ισραήλ–Κατάρ και η νέα περιφερειακή ισορροπία

Η ανακατανομή ισχύος στον Κόλπο περιπλέκει ακόμη περισσότερο τους υπολογισμούς των υπόλοιπων περιφερειακών δρώντων, με το Ισραήλ και το Κατάρ να καταλαμβάνουν δύο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, αλλά εκ διαμέτρου διαφορετικές, θέσεις.

Για το Τελ Αβίβ, η ανάσχεση της ιρανικής ισχύος αποτελεί ένα κοινό στρατηγικό σημείο αναφοράς με το Ριάντ. Αυτή η σύγκλιση συμφερόντων έχει ενισχύσει την προοπτική περαιτέρω εξομάλυνσης των σχέσεων στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ. Ωστόσο, η πιθανότητα απόκτησης προηγμένης πυρηνικής τεχνολογίας και δυνατότητας εμπλουτισμού από ένα αραβικό κράτος δημιουργεί ταυτόχρονα έναν σοβαρό στρατηγικό πονοκέφαλο για το Ισραήλ.

Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε υπό αμφισβήτηση το παραδοσιακό ισραηλινό δόγμα της διατήρησης ενός αποφασιστικού πυρηνικού πλεονεκτήματος και, ευρύτερα, της στρατηγικής υπεροχής του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Το Τελ Αβίβ βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: από τη μία πλευρά, επιθυμεί την ενίσχυση του σαουδαραβικού μετώπου απέναντι στο Ιράν· από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοήσει τον κίνδυνο μιας περιφερειακής πυρηνικής αλυσιδωτής αντίδρασης.

Στην άλλη πλευρά του περιφερειακού παζλ βρίσκεται το Κατάρ, το οποίο έχει οικοδομήσει μεθοδικά έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο. Η Ντόχα αξιοποιεί τη μοναδική της θέση ως διπλωματικός «εξισορροπιστής», διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις με διαφορετικά και συχνά αντίπαλα κέντρα ισχύος.

Η στενή στρατηγική σχέση με την Τουρκία, οι λειτουργικοί δίαυλοι επικοινωνίας με το Ιράν και ο ρόλος της ως διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις έχουν καταστήσει το Κατάρ έναν ιδιαίτερα χρήσιμο διπλωματικό κόμβο. Η Ντόχα χρησιμοποιεί την οικονομική της ισχύ, αλλά κυρίως την ικανότητά της να συνομιλεί με όλους, προκειμένου να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη διολίσθηση της περιοχής προς μια γενικευμένη σύγκρουση.

Με τον τρόπο αυτό, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στο Ισραήλ, τις δυτικές δυνάμεις και την Τεχεράνη, λειτουργώντας ως μια ιδιότυπη «βαλβίδα αποσυμπίεσης» σε ένα περιβάλλον διαρκώς αυξανόμενης έντασης.

Για το Ισραήλ, όμως, αυτή ακριβώς η πολυδιάστατη στάση του Κατάρ αποτελεί και μια διαρκή πηγή ανησυχίας. Από τη μία πλευρά, το Τελ Αβίβ βασίστηκε επί σειρά ετών στην οικονομική βοήθεια της Ντόχα προς τη Λωρίδα της Γάζας, προκειμένου να αποτραπεί η πλήρης ανθρωπιστική κατάρρευση και να διατηρηθεί ένα στοιχειώδες επίπεδο σταθερότητας. Από την άλλη, η φιλοξενία του πολιτικού γραφείου της Χαμάς στο Κατάρ μετέτρεψε τη Ντόχα σε κρίσιμο και εν πολλοίς αναντικατάστατο δίαυλο επικοινωνίας.

Ο ρόλος αυτός έγινε ακόμη σημαντικότερος σε ζητήματα όπως οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση ομήρων και οι συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός. Στο εσωτερικό του Ισραήλ, ωστόσο, η κριτική προς το Κατάρ είναι ιδιαίτερα έντονη. Η Ντόχα κατηγορείται ότι, μέσω της οικονομικής της ισχύος, της φιλοξενίας ηγετικών στελεχών ισλαμιστικών κινημάτων και της επιρροής του ενημερωτικού δικτύου Al Jazeera, συμβάλλει στη νομιμοποίηση ή στη διατήρηση οργανώσεων που θεωρούνται απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια.

Η ίδια αυτή στρατηγική αμφισημία αποτελεί, ωστόσο, για τη Ντόχα ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία επιβίωσης και προβολής ισχύος. Μέσα από το πολυδιάστατο δίκτυο σχέσεων που έχει οικοδομήσει, το Κατάρ επιχειρεί να εμποδίσει την πλήρη μετατροπή της Μέσης Ανατολής σε θέατρο ενός καταστροφικού ολοκληρωτικού πολέμου ανάμεσα στο υπό διαμόρφωση σουνιτικό μέτωπο, το Ισραήλ και τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» του Ιράν.

Έτσι, η Ντόχα κατοχυρώνει έναν ρόλο που ελάχιστα άλλα κράτη μπορούν να διεκδικήσουν: να συνομιλεί ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ, την Τεχεράνη και την Άγκυρα. Σε μια περιοχή όπου η επικοινωνία αποτελεί συχνά εξίσου σημαντικό στρατηγικό όπλο με τη στρατιωτική ισχύ, αυτό το πλεονέκτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Ένα ρευστό και σύνθετο περιβάλλον για την ελληνική διπλωματία

Μέσα σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη εξίσωση ασφαλείας. Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για την εμβάθυνση των υφιστάμενων συνεργασιών, αλλά ταυτόχρονα γεννά κινδύνους που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τα εργαλεία μιας προηγούμενης εποχής.

Η Αθήνα έχει επενδύσει σημαντικό διπλωματικό και στρατιωτικό κεφάλαιο στην αναβάθμιση των σχέσεών της με το Ριάντ. Η ανάπτυξη ελληνικής συστοιχίας αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot για την προστασία κρίσιμων σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων αποτέλεσε έμπρακτη απόδειξη της στρατηγικής αυτής προσέγγισης.

Την ίδια στιγμή, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας, σε συνδυασμό με την οικοδόμηση μιας στενής και πολυεπίπεδης συμμαχίας με την Αίγυπτο, συγκροτούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και τα σχέδια ενεργειακής διασύνδεσης έχουν προσδώσει στη σχέση Αθήνας–Καΐρου ένα βάθος που ξεπερνά κατά πολύ την παραδοσιακή διπλωματική συνεργασία.

Η Αίγυπτος, ως παραδοσιακός πυλώνας του αραβικού κόσμου και ως χώρα με σημαντικές επιφυλάξεις απέναντι στην τουρκική περιφερειακή πολιτική, αποτελεί για την Ελλάδα έναν φυσικό και στρατηγικά απαραίτητο εταίρο.

Παρά ταύτα, η εμβάθυνση των σχέσεων της Τουρκίας με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, ιδιαίτερα σε ζητήματα αμυντικής τεχνογνωσίας και πυρηνικής τεχνολογίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί πηγή σοβαρού προβληματισμού για την Αθήνα.

Μια Τουρκία με αναβαθμισμένες στρατιωτικές δυνατότητες, ενισχυμένη πυραυλική τεχνολογία και πρόσβαση σε προηγμένη πυρηνική γνώση θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να μεταβάλει σημαντικά το ισοζύγιο ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο ως πολλαπλασιαστής της τουρκικής αποτρεπτικής ισχύος, αλλά και ως παράγοντας ενθάρρυνσης των αναθεωρητικών επιδιώξεων της Άγκυρας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ανακύπτει και ένα ευρύτερο ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού της ελληνικής διπλωματίας: η σχέση της Αθήνας με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο.

Η στενή πρόσδεση στον άξονα συνεργασίας με το Ισραήλ έχει, κατά την κριτική αυτή προσέγγιση, περιορίσει ένα μέρος της ιστορικά πιο ενεργού και πολυδιάστατης ελληνικής παρουσίας στο Παλαιστινιακό. Για δεκαετίες, η Ελλάδα μπορούσε να λειτουργεί ως αξιόπιστος συνομιλητής του αραβικού κόσμου, αξιοποιώντας τόσο τις ιστορικές σχέσεις της με τους Παλαιστινίους όσο και τη σταθερή αναφορά της στο διεθνές δίκαιο.

Η υποχώρηση μιας περισσότερο ενεργητικής και αυτόνομης ελληνικής διπλωματίας στο Παλαιστινιακό περιορίζει, συνεπώς, τη δυνατότητα της Αθήνας να λειτουργεί ως ουσιαστική γέφυρα ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον αραβικό κόσμο. Και το κενό που δημιουργείται δεν παραμένει κενό για πολύ. Δυνάμεις όπως η Τουρκία και το Κατάρ είναι ήδη έτοιμες να το καλύψουν, διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπροσώπηση ευαίσθητων ζητημάτων για τις αραβικές και μουσουλμανικές κοινωνίες.

Η πρόκληση για την Ελλάδα, επομένως, δεν είναι να εγκαταλείψει τις στρατηγικές της συμμαχίες. Είναι να αποφύγει τη μετατροπή τους σε μονοδιάστατη στρατηγική.

Η Αθήνα οφείλει να ενισχύσει τον ρόλο της ως σταθερού πυλώνα ασφαλείας στην περιοχή, να επενδύσει περισσότερο στην πολυμέρεια της εξωτερικής της πολιτικής και να συνεχίσει να οικοδομεί τη θέση της ως κρίσιμος ενεργειακός και διαμετακομιστικός κόμβος για φυσικό αέριο, LNG και ηλεκτρική ενέργεια.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται να επαναξιολογήσει με μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διατήρηση των ισχυρών δεσμών με το Ριάντ, το Κάιρο και το Τελ Αβίβ παραμένει κρίσιμη. Εξίσου κρίσιμο, όμως, είναι να ανακτήσει η ελληνική διπλωματία μια πιο δραστήρια, πολυδιάστατη και αυτόνομη φωνή στην ευρύτερη περιοχή.

Γιατί σε ένα περιβάλλον όπου οι συμμαχίες μεταβάλλονται, οι πυρηνικές φιλοδοξίες επανέρχονται στο προσκήνιο και οι παλιές βεβαιότητες της αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας» αμφισβητούνται, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να κοιτάζει μόνο τη σημερινή συγκυρία.

Χρειάζεται να κοιτάξει λίγο μακρύτερα. Εκεί όπου διαμορφώνονται ήδη οι ισορροπίες της επόμενης ημέρας.

Exit mobile version