Τι θα γίνει με τους Ελληνικούς Patriot στο Ριάντ: Άλλη μια…«διεθνής διάκριση» για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη!- Η ελληνική διπλωματία στηρίζει χωρίς ανταλλάγματα Σαουδική Αραβία και Ουκρανία, αλλά Ριάντ και Κίεβο είναι με την…Τουρκία!- Τα αμείλικτα ερωτήματα μετά τη «συμφωνία της Μέκκας»

Μια ακόμη «διπλωματική νίκη» καταγράφει, κατά την κριτική που ασκείται στην κυβερνητική πολιτική, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, την ώρα που η Ελλάδα έχει διαθέσει μία συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα μέρος της εγχώριας αντιαεροπορικής της άμυνας, με το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη κίνηση ενισχύει τη διεθνή θέση και το διπλωματικό αποτύπωμα της χώρας.

Τι θα γίνει με τους Ελληνικούς Patriot στο Ριάντ: Άλλη μια…«διεθνής διάκριση» για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη!- Η ελληνική διπλωματία στηρίζει χωρίς ανταλλάγματα Σαουδική Αραβία και Ουκρανία, αλλά Ριάντ και Κίεβο είναι με την…Τουρκία!- Τα αμείλικτα ερωτήματα μετά τη «συμφωνία της Μέκκας»

Και όμως, την ώρα που η ελληνική πυροβολαρχία Patriot επιχειρούσε στην περιοχή και αναχαίτιζε πυραύλους των Χούθι, ενώ από την Αθήνα προβαλλόταν η σημασία της ελληνικής παρουσίας στον Κόλπο, η Σαουδική Αραβία προχωρούσε σε συμφωνία με την Τουρκία και το Πακιστάν. Μια συμφωνία που, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες.

Το γεγονός αυτό γεννά μια σειρά από εύλογα και εξαιρετικά κρίσιμα ερωτήματα για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική.

Τα ερωτήματα είναι ουκ ολίγα:

Τι θα γίνει με τους Ελληνικούς Patriot στο Ριάντ: Άλλη μια…«διεθνής διάκριση» για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη!- Η ελληνική διπλωματία στηρίζει χωρίς ανταλλάγματα Σαουδική Αραβία και Ουκρανία, αλλά Ριάντ και Κίεβο είναι με την…Τουρκία!- Τα αμείλικτα ερωτήματα μετά τη «συμφωνία της Μέκκας»

Πρόκειται για ερωτήματα που δεν αφορούν απλώς μια επιμέρους διπλωματική εξέλιξη. Αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της ελληνικής στρατηγικής στην περιοχή και, κυρίως, το κατά πόσο η Αθήνα έχει πλήρη εικόνα των περιφερειακών ανακατατάξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα από τη στιγμή που η ελληνική πλευρά έχει επενδύσει πολιτικά στην παρουσία της συγκεκριμένης συστοιχίας, παρουσιάζοντάς την ως στοιχείο της ευρύτερης διεθνούς στρατηγικής της χώρας.

Οι συγκεκριμένες συνεργασίες είχαν αποτελέσει για ένα διάστημα βασικό εργαλείο της ελληνικής διπλωματικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Το ερώτημα, επομένως, είναι αν η σημερινή ελληνική πολιτική αξιοποιεί επαρκώς το διπλωματικό κεφάλαιο που είχε δημιουργηθεί ή αν, αντίθετα, έχει επιλέξει διαφορετική στρατηγική, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικά ρίσκα.

Η εξέλιξη αυτή, εφόσον αποτιμηθεί μέσα στο συνολικό περιφερειακό σκηνικό, δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό στην Αθήνα. Ιδίως όταν η Τουρκία εμφανίζεται να διευρύνει συνεχώς τα ερείσματά της και να οικοδομεί σχέσεις ακόμη και με χώρες με τις οποίες κατά το παρελθόν υπήρχαν σοβαρές διαφοροποιήσεις.

Αυτό ακριβώς είναι, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, το μεγάλο πλεονέκτημα της τουρκικής διπλωματίας: η δυνατότητα να συνομιλεί με διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα στρατόπεδα, να διατηρεί ανοικτούς διαύλους και να μετατρέπει τις αντιθέσεις της περιοχής σε πεδίο άσκησης επιρροής.

Εδώ, σύμφωνα με την ίδια οπτική, εντοπίζεται η βασική αντίφαση: η Ελλάδα εμφανίζεται να έχει τοποθετήσει σημαντικό μέρος της εξωτερικής της πολιτικής σε συγκεκριμένους διεθνείς άξονες, προσδοκώντας ότι η επιλογή αυτή θα μεταφραστεί σε σταθερή πολιτική και στρατηγική στήριξη. Ωστόσο, οι περιφερειακές εξελίξεις δείχνουν ότι οι εταίροι και οι χώρες στις οποίες η Αθήνα επενδύει πολιτικά δεν ακολουθούν κατ’ ανάγκην την ίδια πορεία όταν τίθενται τα δικά τους συμφέροντα στο τραπέζι.

Και κάπου εδώ βρίσκεται το παράδοξο της υπόθεσης: η Αθήνα επιχειρεί να ενισχύσει τη διεθνή της θέση μέσα από συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές, την ίδια στιγμή που η Άγκυρα φαίνεται να αξιοποιεί μια πολύ πιο ευέλικτη και πολυδιάστατη προσέγγιση, διατηρώντας ανοικτές πόρτες προς διαφορετικές πλευρές.

Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει στις ίδιες επιλογές. Είναι αν θα μπορέσει να διαμορφώσει μια εξωτερική πολιτική που θα υπηρετεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τα δικά της συμφέροντα, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι οι επιλογές των εταίρων της θα ταυτίζονται πάντοτε με τις ελληνικές επιδιώξεις.

Γιατί στη διπλωματία, όπως και στην πολιτική, τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Και όταν οι ισορροπίες αλλάζουν, εκείνος που έχει επενδύσει σε μία μόνο πλευρά μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη πραγματικότητα: να στηρίζει εκείνους που, την κρίσιμη στιγμή, επιλέγουν να στηρίξουν κάποιον άλλον

Exit mobile version