Τουρκία: Δεν είναι μόνο οι ρωσικοί S-400!- «Οι δεσμοί των Τούρκων με τους Κινέζους Κομμουνιστές απειλούν την ασφάλεια των F-35!» λέει ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας, Έντι Ζεμενίδης

Πρόκειται για μια παλιά υπόθεση, με ιστορία πολλών ετών, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε στο παρασκήνιο και δεν είχε λάβει τη δημοσιότητα που αποκτά σήμερα.

Τουρκία: Δεν είναι μόνο οι ρωσικοί S-400!- «Οι δεσμοί των Τούρκων με τους Κινέζους Κομμουνιστές απειλούν την ασφάλεια των F-35!» λέει ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας, Έντι Ζεμενίδης

Η συζήτηση γύρω από την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35 επανέρχεται δυναμικά, με τον επικεφαλής του ελληνοαμερικανικού λόμπι να προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Διευθυντή του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας (HALC), Έντι Ζεμενίδη, το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην υπόθεση των ρωσικών πυραύλων S-400, αλλά επεκτείνεται και στη στενή σχέση της Άγκυρας με κινεζικές εταιρείες, ιδιαίτερα στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

Μιλώντας στον παρουσιαστή Matthew Boyle του Breitbart News το Σάββατο, ο Ζεμενίδης υποστήριξε ότι η διάσταση της κινεζικής επιρροής έχει υποτιμηθεί σημαντικά, την ώρα που η διαδικασία πώλησης των F-35 παραμένει μπλοκαρισμένη στην Ουάσινγκτον. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε επιστολή του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών προς το Κογκρέσο, στην οποία επισημαίνεται ότι η Τουρκία εξακολουθεί να μην πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία.

«Αν η Τουρκία έφτανε στα F-35, θα ήταν η μόνη χώρα με F-35 που θα έχει οδηγήσει την Κίνα πλήρως στο τηλεπικοινωνιακό της δίκτυο», δήλωσε ο Ζεμενίδης, υπογραμμίζοντας ότι η κινεζική νομοθεσία ενδέχεται να επιτρέπει στο Πεκίνο να απαιτήσει από εταιρείες της χώρας να παραδώσουν ευαίσθητες πληροφορίες στις κινεζικές αρχές.

Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η διαμάχη για τους ρωσικούς S-400, η οποία οδήγησε στην απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 κατά την πρώτη θητεία του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, αποτελεί μόνο ένα μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος. Όπως ανέφερε, η κατάσταση στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσινγκτον είναι σήμερα ακόμη πιο δύσκολη από ό,τι ήταν τότε.

«Θέλουμε η Τουρκία να λύσει το ζήτημα των S-400, αλλά αυτό είναι ένα κατώτατο όριο, όχι ένα ανώτατο όριο. Η Τουρκία πρέπει να κερδίσει το προνόμιο να αποκτά αμερικανικά όπλα», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο επικεφαλής του HALC αναφέρθηκε επίσης στις προτάσεις που έχει καταθέσει η Τουρκία για τη διαχείριση του ρωσικού συστήματος, σημειώνοντας ότι αυτές δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο μιας μελλοντικής επανενεργοποίησής του.

«Θέλουν να είμαστε εντάξει με το να τους κρατάμε σε ένα κουτί. Λοιπόν, αν είναι σε ένα κουτί, μπορούν να βγουν από ένα κουτί. Προτείνουν λύσεις όπως, “Λοιπόν, θα αφαιρέσουμε ένα τσιπ, αλλά θα κρατήσουμε το τσιπ”. Λοιπόν, τότε θα μπορούσατε να το επαναφέρετε», είπε ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον Ζεμενίδη, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις για μια πιθανή πώληση των F-35 στην Τουρκία. Μεταξύ αυτών, όπως υποστήριξε, βρίσκονται οι υπουργοί Μάρκο Ρούμπιο και Πιτ Χέγκεθ, ενώ διαφορετική στάση έχει κρατήσει ο πρέσβης των ΗΠΑ Τομ Μπαράκ.

«Ο Τομ Μπαράκ συμπεριφέρεται περισσότερο σαν τον Τούρκο πρέσβη στις ΗΠΑ παρά σαν πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία. Έχει γίνει ιθαγενής», τόνισε.

Τουρκία: Δεν είναι μόνο οι ρωσικοί S-400!- «Οι δεσμοί των Τούρκων με τους Κινέζους Κομμουνιστές απειλούν την ασφάλεια των F-35!» λέει ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας, Έντι Ζεμενίδης

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την επιστολή του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών προς το Κογκρέσο, στην οποία το Γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων ανέφερε προς τον βουλευτή Γουέσλι Μπελ (Δημοκρατικός – Μιζούρι) ότι καμία μεταφορά αεροσκαφών F-35 δεν μπορεί να προχωρήσει, εφόσον η Τουρκία δεν εγκαταλείψει τους S-400.

Παράλληλα, η Άγκυρα καλείται να ικανοποιήσει και τις υπόλοιπες απαιτήσεις που προβλέπονται από τον Νόμο για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (CAATSA), καθώς και από τον Νόμο για την Εθνική Άμυνα του 2020.

Η αναφορά του Τραμπ στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αυτόν τον μήνα, ότι μια ενδεχόμενη πώληση «θα είχε νόημα», προκάλεσε αντιδράσεις και από τα δύο μεγάλα κόμματα στο αμερικανικό Κογκρέσο. Την ίδια περίοδο, συμπληρώθηκαν 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, γεγονός που εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ.

«Αυτή τη στιγμή εξετάζουμε το ενδεχόμενο να δώσουμε τα πιο προηγμένα αμερικανικά όπλα στον de facto ηγέτη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας της Μέσης Ανατολής. Και αυτό δεν μπορεί να κάνουμε», είπε ο Ζεμενίδης.

Η μακρά ιστορία της στρατιωτικής συνεργασίας Τουρκίας – Κίνας

Η σχέση της Τουρκίας με την Κίνα στον τομέα των πυραυλικών συστημάτων δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Η στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1990 και σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν τομέα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.

Η κορύφωση αυτής της συνεργασίας σημειώθηκε το 2013, όταν η Τουρκία προχώρησε σε προσωρινή επιλογή του κινεζικού αντιπυραυλικού συστήματος FD-2000 (HQ-9), συνολικής αξίας περίπου 3,4 δισ. δολαρίων. Η απόφαση προέβλεπε σημαντικά στοιχεία συμπαραγωγής και μεταφοράς τεχνολογίας.

Η Άγκυρα είχε συνεργαστεί με την κινεζική εταιρεία CPMIEC για την απόκτηση τεχνογνωσίας σε συστήματα πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων WS-1, αλλά και σε βαλλιστικά συστήματα B-611. Η μεταφορά τεχνολογίας αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη των πρώτων εγχώριων πυραυλικών προγραμμάτων της τουρκικής Roketsan.

Η κρίση του FD-2000 το 2013

Η επιλογή του κινεζικού συστήματος αεράμυνας μεγάλης εμβέλειας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ. Οι σύμμαχοι εξέφρασαν ανησυχίες για ζητήματα ασφαλείας, αλλά και για την ασυμβατότητα των κινεζικών ραντάρ με τα ολοκληρωμένα δίκτυα άμυνας της Συμμαχίας.

Επιπλέον, η κινεζική εταιρεία που είχε αναλάβει το πρόγραμμα βρισκόταν υπό αμερικανικές κυρώσεις, γεγονός που αύξανε ακόμη περισσότερο την πίεση προς την Άγκυρα.

Υπό το βάρος των διπλωματικών πιέσεων, αλλά και των προειδοποιήσεων για πιθανές κυρώσεις ή αποκλεισμό από προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα, όπως τα F-35, η Τουρκία εγκατέλειψε οριστικά τη συμφωνία με την Κίνα το 2015.

Ακολούθησε η στροφή της Άγκυρας προς τη Ρωσία και η απόκτηση των S-400, μια επιλογή που τελικά αποτέλεσε τον βασικό λόγο για την απομάκρυνσή της από το πρόγραμμα των F-35 και δημιούργησε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις στις σχέσεις Τουρκίας – Ηνωμένων Πολιτειών των τελευταίων ετών.

Exit mobile version